Tο πείραμα που θα έσωζε το ελληνικό ποδόσφαιρο

Θα ήταν «το πείραμα που θα μπορούσε να σώσει το ελληνικό ποδόσφαιρο». Θα ήταν, εάν όντως το ποδόσφαιρο ήθελε το ίδιο να σωθεί· κι εάν υπήρχαν άνθρωποι στο ποδόσφαιρο έτοιμοι να πειραματιστούν στο όνομα της αναμόρφωσής του· κι εάν υπήρχε κοινό έτοιμο να τους στηρίξει· κι εάν αυτοί που το διοικούν μπορούσαν να εκτιμήσουν τί σημαίνει μία τέτοια ιδέα.

 

Είναι η ιδέα που γεννήθηκε στο μυαλό του Louis CK, του Αμερικανού κωμικού, για τη βιωσιμότητα των ανεξάρτητων καλλιτεχνών. Την έκανε πράξη πειραματικά και, μολονότι δεν μοιράζεται τα ακριβή νούμερα («υπάρχει πολλή δύναμη στην αποκλειστική πληροφόρηση» θυμίζει, ολόσωστα), αποδεικνύει χωρίς αμφισβήτιση πως είναι κερδοφόρα. Είναι, επίσης, μία ιδέα διαρκείας μόλις δύο ημερών, αδούλευτη ακόμη, πρωτόλεια, που σηκώνει σοβαρό προβληματισμό και brainstorming για το πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε κλάδο παραγωγής θεάματος.

 

Μεταφρασμένη στο ποδόσφαιρο, βασίζεται στην εξής αρχή: η μετάδοση των αγώνων θα είναι μία -πολύ καλή, τεχνικά- παραγωγή που θα διατίθεται για live streaming και download σε πολύ χαμηλή τιμή και με μεγάλη ευκολία, χωρίς κανέναν άλλο περιορισμό (κλειδώματα, κλπ.), εάν οι ίδιοι οι χρήστες δεσμευτούν πως δεν θα τη μοιράσουν για δωρεάν downloads σε torrents και λοιπά παρόμοια sites.

 

Ο ίδιος το έκανε με μία ζωντανή παράστασή του, η οποία δεν έχει προβληθεί πουθενά και δεν διατίθεται προς «συμβατική» πώληση (DVD, τηλεόραση, κλπ.). Η παραγωγή κόστισε 170.000 δολάρια, ένα ποσό που -σε κάποιο βαθμό- καλύφθηκε από τα εισιτήρια. Από το άνοιγμα της αυλαίας υπήρχε η δυνατότητα για live streaming και, το Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου, ανέβηκε σε έναν server, ο οποίος αντέχει τα μαζικά, ταυτόχρονα downloads και κόστισε στην παραγωγή 32.000 δολάρια. Η τιμή πώλησης του προϊόντος ήταν πέντε δολάρια και περιελάμβανε τόσο το live streaming, όσο και δύο downloads ανά χρήστη.

 

Η προφανής επισήμανση: ο Louis CK έβγαλε από τη μέση τον «μεσάζοντα» και πωλεί το προϊόν του απευθείας στον καταναλωτή. «Κέρδισα λιγότερα απ ότι θα έβγαζα εάν υπέγραφα με μία εταιρεία, η οποία όμως θα το πωλούσε σ εσάς έναντι 20 δολαρίων» ομολογεί. Έγινε ο ίδιος διανομέας του προϊόντος του, έκανε τζίρο 500.000 δολαρίων μέσα σε δύο μόνο ημέρες, ποσό που μεταφράζεται σε καθαρό κέρδος 200.000 δολαρίων «75,58 δολάρια μετά φόρων», αστειεύεται…

 

Φυσικά, υπήρξαν κάποιοι που το έκλεψαν, το ανέβασαν αστραπιαία σε torrents μα η μεγάλη πλειοψηφία πλήρωσε το πεντοδόλλαρο, το οποίο δεν συνεπάγεται καμμία άλλη υποχρέωση ούτε υπόκειται σε περιορισμό: μπορείς να το παρακολουθήσεις από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου και ο καλλιτέχνης, όπως και το κοινό, έχουν τα δικαιώματα του video παραγωγής ο πρώτος, κτήσης οι δεύτεροι.

 

Πάρε τώρα το pattern και μετάφρασέ το για το ελληνικό ποδόσφαιρο: με τις ομάδες να παράγουν οι ίδιες το δικό τους περιεχόμενο, την κάλυψη των αγώνων τους, και να το διαθέτουν για streaming και downloads με μικρό αντίτιμο. Να μπορείς, ως χρήστης, να το δεις σε όποια συσκευή θες και να κρατήσεις δύο (ξεκλείδωτα) αντίτυπα για πάντα, έχοντας νόμιμα δικαιώματα στο προϊόν που αγόρασες.

 

Για τον χρήστη, το κέρδος είναι προφανές: μπορείς να δεις την ομάδα με μικρό κόστος ζωντανής και μαγνητοσκοπημένης θέασης, μπορείς να τη δεις νόμιμα, απ οπουδήποτε στον κόσμο και σε κάθε πλατφόρμα, μπορείς να την κρατήσεις στο αρχείο σου για πάντα, μπορείς να το κάνεις σε τιμή πολύ χαμηλότερη απ ότι θα γράφει το ταμπελάκι εάν το προϊόν στο δίνει ένας τρίτος, ένας μεσάζοντας.

 

Για τις ομάδες το ίδιο: τα εισιτήρια θα καλύπτουν μέρος του κόστους παραγωγής, οι σπόνσορες επίσης, οι ίδιες θα δουν την εμπορική αξία τους να μεγαλώνει (γιατί θα έχουν περισσότερους κι απόλυτα μετρήσιμους καταναλωτές) και τα έσοδά τους το ίδιο, θα γίνουν προϊόν με βάση τους κανόνες της αγοράς, της προσφοράς και ζήτησης, κι όχι με βάση τα τηλεοπτικά δικαιώματα και την επιχορήγηση της Πολιτείας και άλλες ευρεσιτεχνίες.

 

Για τη Λίγκα, πολύ πιθανόν: σε μία τέτοια συναλλαγή, της ομάδας προς τον φίλαθλο-καταναλωτή, θα μπορούσε, ας πούμε, να είναι το εποπτικό όργανο, που θα δίνει βάση στην προστασία του προϊόντος ώστε να είναι ελκυστικό, που θα παλεύει να εξασφαλίσει την ποιότητα της παραγωγής, να κρατήσει τον πύχη ψηλά, θα αναδιαρθρώσει το σύστημα της λειτουργίας του ποδοσφαίρου όπως θα έκανε damage control ένας μάνατζερ πολυεθνικής για το ανυπόληπτο προϊόν που έχει να βγάλει στα ράφια.

 

Για τα media και τη διαφήμιση, το ίδιο: καθώς το ποδόσφαιρο θα «ανοίγει», θα διευρύνει τη βάση του, θα έχει απήχηση στον κόσμο ως premium product, θα είναι μία ευκαιρία και για τα Μέσα να διευρύνει το κοινό τους και για τη διαφήμιση να προσεγγίσει τους digital καταναλωτές σε όλες τις πλατφόρμες και το ποδόσφαιρο εν γένει να γίνει μία μπίζνα ελκυστική, για να πουλάς φύλλα και «clicks» και προϊόντα στο όνομά του.

 

Όλοι αυτοί θα συγκροτούν ένα νέο σύστημα, έναν άλλο ποδοσφαιρικό κόσμο, που θα πρέπει να γκρεμιστεί και να χτιστεί απ την αρχή, δίνοντας βάση στο κοινό συμφέρον. Γιατί αυτό είναι που τροφοδοτεί το εγχείρημα, το χρήμα το παραδέχεται κι ο Louis CK καθώς γράφει για τα οφέλη απ αυτή την εμπειρία. «Έμαθα πως τα χρήματα είναι πολλά πράγματα: μπορούν να φυλάσσονται, να είναι αντικείμενο μάχης, να προστατεύονται, να κλέβονται και να κατακρατούνται. Ή μπορεί να είναι σαν μία πηγή ενέργειας, που υποκινείται από την επιθυμία, από τη θέληση, από το δημιουργικό ενδιαφέρον […]. Και μπορούν να κυκλοφορούν και να αναδιανέμονται και να συγκεντρώνονται ώστε να τροφοδοτηθεί το κοινό συμφέρον […]».

 

Μα, για την Ελλάδα, όλα αυτά είναι μία χαμένη υπόθεση. Γιατί ξεκινά από τη θεωρία πως το ποδόσφαιρο το διοικούν νέοι άνθρωποι, τεχνοκράτες, up-to-date, που έχουν τ αυτιά τους ανοιχτά σε κάθε ιδέα και το μυαλό τους επίσης, που τους νοιάζει το προϊόν τους και η φήμη του και το image του, που δεν κοιτούν να βγάλουν ο ένας τα μάτια του άλλου, που δεν έχουν ένα σωρό παρατρεχάμενους για να περάσει το δικό τους, που σέβονται στ αλήθεια τον φίλαθλο, τίμια και ανοιχτά, του κάνουν ένα καλό deal για να απολαμβάνει το πάθος του και κερδίζουν κι οι ίδιοι από αυτό.

 

Μεταφρασμένο στα ελληνικά, το «ψηφιακό ποδόσφαιρο» ακούγεται τόσο κωμικό όταν βλέπεις το δικό μας, το συμβατικό, οπισθοδρομικό, αντιτουριστικό προϊόν. Κι ούτε καν καλόγουστα κωμικό, σαν τους μονολόγους του Louis CK…