Η μεγάλη σφαλιάρα

Τον θυμάμαι ακόμα εκείνον τον Αγγλο. Ηταν ροδαλός, αναμαλλιασμένος είχε πιει τις μπύρες που αναλογούν στην καταγωγή του, η κοιλιά ήταν η προφανής απόδειξη ανέμελων αλκοολικών στιγμών. Ηταν όμως ευγενής. Και εκείνη τη στιγμή καθόλου πιωμένος. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας ξεκινούσαν και αυτός, χαμένος στο MPC, το κέντρο Τύπου στην Λεωφόρο Κηφισίας, έψαχνε έναν υπεύθυνο της οργανωτικής επιτροπής, κάποιον να του δώσει μια επίσημη ενημέρωση για ένα παλιό σκάνδαλο με μια μηχανή, λάδια και μια χυμένη περηφάνια σε έναν δρόμο της Γλυφάδας. Ζήτησε την βοήθεια μου – ίσως λόγω παρομοίου χρώματος. Ψαρωμένος, όσο και περήφανος για την τιμή, τον οδήγησα στον πρώτο υπεύθυνο που βρήκα μπροστά μου. Έναν δημοσιογράφο, έναν υπεύθυνο με ωραίο ακριβοπληρωμένο ταμπελάκι, έναν άνθρωπο που δεν θέλετε να ξέρετε πόσα έπαιρνε για να κινείται ως υπεύθυνος εκεί πέρα.

Η ιστορία μοιάζει υπέροχη, με κάποια μικρά προβλήματα. Βασικό πρόβλημα: Ο υπεύθυνος κάποιου τομέα του Κέντρου Τύπου, δεν ήξερε αγγλικά. Δεύτερο πρόβλημα: Δεν είχε ενημέρωση. Λίγο ντροπιασμένος, με τον Αγγλο ιδρωμένο από πίσω μου, βρίσκω δεύτερο υπεύθυνο. Παλιός συνάδελφος, παρόμοιο ύφος, πολύχρωμο ταμπελάκι με πολλά μηδενικά στο στήθος του. Αυτός ήξερε κάποια αγγλικά, του έδωσε και μια επίσημη ενημέρωση από εκείνες τις μερακλίδικες της εποχής: «Είναι στο ΚΑΤ τα παιδιά, πονάνε». Πονούσαν τα καημένα, το είπε και το δικαστήριο. Αυτό όμως είναι μια άλλη πικραμένη ιστορία.

Η ιστορία θα τελείωνε εκεί αν λίγο μετά, ο Αγγλος δεν με ρωτούσε πάνω από πλαστικό ένα ποτήρι πλαστικής μπύρας: «Αυτός ο υπεύθυνος δεν δουλεύει και σε εφημερίδα. Μα πως γίνεται; Δεν είναι παράνομο; Και δημοσιογράφος και οργανωτής; Ο ένας δεν πρέπει να ελέγχει τον άλλον; Και ο άλλος γιατί δεν ήξερε αγγλικά; Πώς γίνεται να είσαι υπεύθυνος επικοινωνίας και να μην μιλάς αγγλικά;» αναρωτήθηκε κοιτώντας την ολυμπιακή Αθήνα. Απάντηση δεν του έδωσα (αν και η τελευταία ερώτηση θα μπορούσε να απαντηθεί με το ότι ήταν συμμαθητής του τότε Πρωθυπουργού) , απλά έμεινα και εγώ να κοιτάω την πόλη, μια όμορφη ζεστή, καλοδουλεμένη ευρωπαϊκή πόλη με μεσογειακές καμπύλες, από την κορυφή ενός μοντέρνου κτηρίου στην Κηφισίας. Ανόητος κουτόφραγκος σκέφτηκα. Τον κοίταξα. Είχε ένα θολωμένο βλέμμα – από τη δουλειά και τις μπύρες και τις απορίες. Είχα ένα ευτυχισμένο, χαρούμενο, αισιόδοξο βλέμμα – από την όμορφη πόλη μου, από τις προοπτικές της, από το μέλλον που φάνταζε τόσο απλό, χωρίς ενοχλητικά ερωτήματα.

Και μετά ήρθαν τα ερωτήματα, πιο ενοχλητικά και από αστυνομικό που μιλάει άσχημα στον Κίμωνα τον Κουλούρη. Περπατούσα πρόσφατα στους δρόμους της Βαρκελώνης. Η κρίση εκεί ήταν, όχι με τη μορφή του ξεχαρβαλώματος, αλλά την έβλεπες σε φοβισμένα μάτια φορολογούμενων, σε άδεια μαγαζιά, σε μια ατμόσφαιρα που προσπαθούσε να είναι ανέμελα χριστουγεννιάτικη, αλλά ο ισολογισμός δεν την άφηνε.

Αλλά η πόλη ήταν εκεί. Με τα πεζοδρόμια της, με την λογική της, με τα αξιοθέατα της, με κανένα άχρηστο κτήριο που χτίστηκε τότε χωρίς καμία λογική για το μετά. Τον ίδιο Αγγλο, τον σκέφτηκα όταν έκανα παλιότερα και μια βόλτα στο Λονδίνο και σκεφτόμουν την έκφραση που έρχεται στο μυαλό όταν βλέπουμε έναν πλούσιο να είναι τσιγκούνης. “Ετσι γίνονται τα λεφτά”. Ακριβώς έτσι.

Ολα αυτά μοιάζουν με ανούσιες λεπτομέρειες. Ταξιδιωτικές αναμνήσεις και μικρές πολυτέλειες τη στιγμή που όλα καταρρέουν.
Ισως και όχι.
Γιατί τώρα που η ελληνική (όχι μόνο αθλητική) δημοσιογραφία καταλαβαίνει πως ότι χτίστηκε από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, έπαψε να υπάρχει και θα είναι μια νοσταλγική διήγηση σε πικραμένους πιτσιρικάδες που “δεν πετύχατε την καλή εποχή” έχω νεύρα.

Εχω νεύρα γιατί εκείνη την εποχή, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων δημοσιογράφων πληρώνονταν από την Ολυμπιακή Επιτροπή για να μην κάνουν τη δουλειά τους. Για να μην γράψουν τίποτα από όλα τα στρεβλά που γίνονταν φανερά, για να υπηρετούν ένα μικρό γραφείο Τύπου. Γιατί (πλην λίγων λαμπρών εξαιρέσεων) οι περισσότεροι διευθυντές αθλητικών εφημερίδων ή ένθετων σε πολιτικές εφημερίδες είχαν προσληφθεί ως “σύμβουλοι” στην οργανωτική επιτροπή. Δεν συμβούλευαν τίποτα συγκεκριμένο, περισσότερο πρόσεχαν την ευγενική – προς τον άλλο εργοδότη τους – γραμμή της εφημερίδας. Την εποχή που αν όχι άρχισε η πτώση, αλλά μπήκαν τα θεμέλια της. Παραδόξως, σε αυτό το επαναστατικό κείμενο, δεν αναφέρεται αυτή η εποχή του μεγάλου ξεσαλώματος. Εντάξει, όχι παραδόξως.

Την θυμάστε όλοι αυτή την εποχή. Τότε που στην κρατική τηλεόραση, η πιο σκληρή ερώτηση από δημοσιογράφο σε πολιτικό ήταν «ξυπνάτε νωρίς κάθε μέρα;» (πραγματική κρατική δημοσιογραφία). Τότε που όποιος έκανε κριτική ήταν ενοχλητικός. Τότε που ενώ η πιάτσα κατέρρεε από την σήψη κανείς δεν το κατάλαβε, όλοι προσπαθούσαν να στριμωχτούν στην σάπια σκηνή της. Τότε που μπήκαν οι βάσεις για να είναι ο πιο ακριβοπληρωμένος αθλητικός συντάκτης όχι ένας άνθρωπος που γράφει καλά, που αποκαλύπτει, που αναλύει, που αγαπάει αυτό που του δίνει τα εκτός πραγματικότητας λεφτά του. Ο πιο ακριβοπληρωμένος αθλητικός συντάκτης είναι ένας ρόλος. Ενας ηθοποιός που μπαίνει στο πετσί του κάφρου, μιλάει για την ομάδα του σε πρώτο πρόσωπο και πληρώνεται για να εκνευρίζει. Ενα διαρκές, κουραστικό, αυτιστικό, αυνανιστικό παιχνίδι ηλιθιότητας. Αυτό σερβιρόταν για κανονικότητα, αυτό έμοιαζε με την κανονικότητα.

Τώρα που πεθαίνει η δημοσιογραφία (σίγουρα όχι μόνο η αθλητική) όπως την ξέραμε, ας πούμε τελικά την αλήθεια: Κάναμε τη μεγαλύτερη γκάφα που θα μπορούσαμε να κάνουμε: Σύμφωνοι, όχι όλοι, σύμφωνοι όχι όλοι στον ίδιο βαθμό. Αλλά το κάναμε: Δεν πολεμήσαμε την πραγματικότητα, ενταχτήκαμε σε αυτή. Δεν κάτσαμε στο απέναντι τραπέζι, περιμέναμε κανένα ψίχουλο από το γεύμα. Αντί να γαβγίσουμε, νιαουρίσαμε. Και τώρα που καταρρέουν όλα, κανείς δεν θα λυπηθεί για γατάκια που έγλυφαν το χέρι που τώρα τους ρίχνει καρπαζιά. Εκτός και αν η καρπαζιά είναι τόσο δυνατή που μόλις περάσει η ζαλάδα, μας φέρει στα συγκαλά μας. Τότε, σε λίγα χρόνια μπορεί να αγναντεύει κάποιος μια όμορφη πόλη που παίρνει τα πάνω της και να μην χρειάζεται να δίνει ταπεινωτικές εξηγήσεις σε ημιμεθυσμένους Αγγλους με κακά κουρέματα και ενοχλητικές ερωτήσεις.