Όποιος αντέχει ας μπλοφάρει

Οι σύγχρονοι Έλληνες πολιτικοί έχουν μάθει να παίζουν μια ζωή εκ του ασφαλούς. Ειδικά την τελευταία 12ετία που παρατήρησαν ότι το εκλογικό σώμα -άλλοι γιατί βαριόντουσαν, άλλοι γιατί «την είχαν κάνει ταράτσα» με το χρήμα των εικονικών συναλλαγών που έρεε στις τσέπες τους- δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το να τους κριτικάρει, ξεσάλωσαν. Πατώντας στον εύκολο δρόμο του λεκτικού στρογγυλέματος και της πρακτικής γενίκευσης έχτισαν μια ζωή πολύ πιο πλούσια και πολύ πιο δημοφιλή απ’ όσο φαντάζονταν στα νιάτα τους, τότε που έλιωναν τα παντελόνια τους στις συνεδριάσεις της κλαδικής για να τους προσέξουν.

 

Τώρα, που φτάσαμε στο ελληνικότατο «παρά ένα», βρίσκονται στριμωγμένοι ανάμεσα στα ψέμματα που σωρηδόν ξεστόμισαν, τον εφησυχασμό που αφειδώς προπαγάνδισαν και το ενδεχόμενο μιας βίαιης κοινωνικής κατάρρευσης, χωρίς καθόλου πυρομαχικά. Τώρα που ο τρυφηλός τρόπος ζωής δεν βοηθάει, τώρα που η μαλθακότητα επώασε τα αυγά της στο πνεύμα τους, είναι καθισμένοι σ’ ένα τραπέζι πόκερ έχοντας απέναντί τους ιδιαιτέρως ικανούς και αποφασισμένους παίκτες.

 

Τα τέσσερα από τα πέντε φύλλα έχουν ανοίξει στο τραπέζι -το «χτύπημα» από απέναντι έχει ακουστεί και είναι η σειρά τους να αποκριθούν. Σε όλες τις προηγούμενες παρτίδες είχαν πάει «πάσο». Τους διευκόλυνε σ’ αυτό η «κάβα» που είχαν σωρεύσει μπροστά τους, κι αυτή όμως μετά από τόσους γύρους -τσιπ το τσιπ- άρχισε να στερεύει. Πρέπει να μετρήσουν τις πιθανότητες, έτσι κάνουν οι καλοί παίκτες. Στο πόκερ δεν χωράνε συναισθηματισμοί, ούτε εν θερμώ αποφάσεις. Όμως το τραπέζι δυσανασχετεί, γιατί έχουν «πάρει δικαίωμα» πολλή ώρα και αδημονούν για τη συνέχεια.

 

Οι δικοί μας σκέφτονται να πάνε «πάσο» και πάλι, όμως μετά δεν θα έχουν μάρκες να παίξουν. Ακολούθως σκέφτονται να μπλοφάρουν, αλλά δειλιάζουν. Υπολογίζουν ίσως ότι κι αυτός που χτύπησε μπλοφάρει και ότι αυτό θα αποκαλυφθεί μόλις ανοίξουν τα φύλλα. Το ίδιο φαίνεται να πιστεύει και το κοινό που παρακολουθεί την παρτίδα, αν κρίνουμε από την οχλοβοή που δονεί την ατμόσφαιρα. Δεν μπορούν, όμως, να είναι σίγουροι κι αυτό τους τρώει. 50-50 είναι, όπως πάντα. Ένα δίλημμα, παρόμοιο με τα χιλιάδες που θέτουμε στους εαυτούς μας στην καθημερινότητά μας, μόνο που εδώ το διακύβευμα είναι τεράστιο.

 

Οι υπόλοιποι παίκτες θα απαιτήσουν σύντομα απάντηση. Το ξέρουν. Το βάρος γίνεται δυσβάσταχτο, παραλύει τους νευρώνες. Μα τα μελλούμενα είναι ούτως ή άλλως ασαφή και διέπονται από ευρύτατη τυχαιότητα. Θα παίξουν τελικά με γνώμονα το ένστικτο κι όχι το προσωπικό κόστος. Αυτό το έχουν ήδη ορίσει τα σκυλιά που γρυλλίζουν στον σβέρκο τους. Θα κάνουν την κίνησή τους, γνωρίζοντας ότι αυτή η μπλόφα (ή αυτό το πάσο) θα είναι κάτι οριστικό και αμετάκλητο: διότι ό,τι αποφασίσουν εδώ θα το ακολουθήσουν αναγκαστικά κι όταν ανοίξει το πέμπτο φύλλο. Αν προλάβουν να το δουν. Αν υπάρχει χωροχρόνος να παίξουν.