Η χρεοκοπημένη Αργεντινή κυνηγούσε την τροχιά του χαμένου παραδείσου στα φάλτσα της μπάλας…

Το αντικαταθλιπτικό του ποδοσφαίρου

 

Οι φλόγες της ασετυλίνης από τα καροτσάκια έξω από το «Τομάς Αδόλφο Δούκο» «τύλιγαν» τα μελαγχολικά «ναυάγια» στο σύθαμπο του δειλινού πριν από μια δεκαετία. Τα μοιραία εκείνα χρόνια, που ο Έκτορ πάσχιζε να προσανατολιστεί ξεδιαλύνοντας μια ομίχλη από ξεθυμασμένες συγκινήσεις. Το πνεύμα της αβύσσου, ο Θεός της καταιγίδας, ο… Ουρακάν είχε καταλάβει την Αργεντινή, όπως σήμερα την Ελλάδα και ένα πέπλο αποσύνθεσης σκέπαζε την γειτονιά του, το Πάρκε Πατρίσιο. Οι «Κεμέρος»(το παρανόμι των οπαδών της Ουρακάν) «καθημαγμένοι» από την οικονομική χρεοκοπία, απηυδισμένοι από τους διεφθαρμένους πολιτικούς διένυαν ημέρες θλίψης, που διαδέχονταν η μια την άλλη, τελματωμένες μέσα στην στέρηση και τα περίφοβα πρόσωπα τους γλύκαιναν μονάχα κάθε Κυριακή, στο «Τομάς Αδόλφο Δούκο». Εκεί, όπου το ποδόσφαιρο θριάμβευε για δυο ώρες έναντι της πολιτικής, που καθόριζε σε εκείνη την δραματική στιγμή τις ζωές των ανθρώπων. Εκεί που φούντωσε η ελπίδα ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να βελτιώσει έναν βίο που έμοιαζε αναπόδραστο…

 

«Θα πεθάνω με την φανέλα της»

 

Η μαύρη ζωή, χωρίς το στρας του λαμπερού Πουέρτο Μαδέρο, στο Πάρκε Πατρίσιο, μιας γειτονιά όπου έβρισκε απάγκιο η άφατη ανέχεια, είχε δημιουργήσει μια στρατιά από ανθρώπους με πληγές την εποχή της χρεοκοπίας στην Αργεντινή. Τα τρόφιμα αναζητούνταν στα σκουπίδια και όχι στα ράφια των σούπερ μάρκετ ενώ άνθρωποι σαν τον Έκτορ, έναν 46χρονο μηχανικό αυτοκινήτων, ενεργό «Περονιστή» στην άγουρη νιότη του, έπιναν φτηνά, ξεθυμασμένα «Μαλμπέκ», τα οποία κατέβαιναν στην ραχοκοκαλιά σαν κεραυνός, με ηχητική συνοδεία θλιμμένα τάνγκο, που υπενθύμιζαν την βαρβαρότητα του πεπρωμένου τους. Σε εκείνες τις ανέλπιδες ημέρες ο Έκτορ κρατήθηκε από την ζωή με λύσσα, χάρη στην Ουρακάν. «Το ποδόσφαιρο κυλούσε στις φλέβες μου. Ήμουν ‘Κεμέρο’ από παιδί και θα πεθάνω φορώντας την φανέλα της. Η εποχή ήταν υπερβολικά δύσκολη για όλους μας αλλά οι ανησυχίες μου κατευνάζονταν για ένα δίωρο. Έπειτα από το τέλος ενός παιχνιδιού ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω την εβδομάδα που ερχόταν. Άλλοτε χωρίς δουλειά άλλοτε με λίγες ώρες πάνω από μερικά αυτοκίνητα» έλεγε ο Έκτορ, αποκαλύπτοντας το συλλογικό αντικαταθλιπτικό των Αργεντινών κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Πριν από δέκα χρόνια οι ομάδες στην Αργεντινή ήταν «quilombo»(χάος) αλλά το «πάθος μας παρέμενε αναλλοίωτο» θυμάται ο Έκτορ, ο οποίος ήταν ανάμεσα στους ψηφοφόρους του Μαουρίτσιο Μάκρι, του προέδρου της Μπόκα Τζούνιορς, ο οποίος κεφαλαιοποιώντας την μαζική δυσθυμία για τους πολιτικούς εισέβαλλε στην πολιτική σκηνή διεκδικώντας την δημαρχία του Μπουένος Άιρες

 

Οι κυριακάτικοι εξιλασμοί

 

Οι πολίτες στην Αργεντινή έπειτα από την χρεοκοπία του 2001 διένυσαν το στάδιο από την οργή ως την πολιτική απάθεια σε έναν φρενήρη ρυθμό. «Μερικούς μήνες μετά την χρεοκοπία κανείς δεν έδινε bolilla (δεκάρα) για την πολιτική. Όλοι προσπαθούσαν να ζήσουν και το ποδόσφαιρο ήταν ένας καλός λόγος. Για αυτό και ο Μαουρίτσιο Μάκρι στην πρώτη απόπειρα να πολιτευθεί συγκέντρωσε τόσο μεγάλο ποσοστό» έλεγε ο συγγραφέας της «Δημοκρατίας στην Λατινική Αμερική», Κάρλος Φορμέντ. Το 2003 ο επιτυχημένος πρόεδρος της Μπόκα Τζούνιορς αποφάσιζε με μέσο την πηγή της συλλογικής χαράς, το ποδόσφαιρο να κατέλθει στον πολιτικό στίβο μέσω της διεκδίκησης της δημαρχίας. Σε μια εποχή που η χασούρα σε όλα τα επίπεδα δεν αποτελούσε το κατάλληλο λίπασμα για βλάστηση εύχυμων καρπών. Το 1/3 των ψηφοφόρων του Μπουένος Άιρες ψήφισαν έναν …ποδοσφαιρικό υποψήφιο, ο οποίος ξεπέρασε τους αντιπάλους του την πρώτη Κυριακή των εκλογών. «Πιστεύω ότι το ποδόσφαιρο ήταν ο μοναδικός χώρος στην Αργεντινή που έδινε κάποια, έστω λίγα, σημάδια υγείας. Πολλές ομάδες ήταν υπερχρεωμένες, αρκετές κήρυξαν πτώχευση για να αντιμετωπίσουν τις διοικητικές ατασθαλίες των υπευθύνων τους, αλλά έβλεπες ότι η παραγωγή ταλέντων συνεχιζόταν, ότι ο κόσμος χαιρόταν στο παιχνίδι, ότι τελικά οι πρωταγωνιστές προσέφερες κυριακάτικους εξιλασμούς. Για αυτό και ο Μάκρι είχε μεγάλη δυναμική, όχι μονάχα από τους οπαδούς της Μπόκα Τζούνιορς αλλά από αυτούς του ποδοσφαίρου» θυμάται ο Φορμέν.

 

Η ομάδα δεν σε κερατώνει

 

«Que se vayan todos»! «Όλοι πρέπει να φύγουν» φώναζε ο Έκτορ για την πολιτική ελίτ της Αργεντινής. «Ψήφισα τον Μάκρι σε εκείνες τις εκλογές γιατί πίστεψα στο ποδόσφαιρο. Ήταν ένας άνθρωπος που ξεπήδησε από την μοναδική μας χαρά και ήταν επιτυχημένος» έλεγε ο οπαδός της Ουρακάν για τον υποψήφιο δήμαρχο του Μπουένος Άιρες, που στις επαναληπτικές εκλογές συγκέντρωσε ποσοστό 47% χάνοντας από τον Ανιμπάλ Ιμπάρα. Στην ακμή της κρίσης όμως οι κάτοικοι του Μπουένος Άιρες είχαν στείλει ένα ισχυρότατο μήνυμα με την ψήφο τους. «Ο ενθουσιασμός για το ποδόσφαιρο δεν ξεθύμανε ποτέ παρότι και σε αυτό κυριαρχεί η διαφθορά, όπως και στην πολιτική. Τίποτα από όσα έχω νιώσει στο γήπεδο μπορούν να συγκριθούν με τα συναισθήματα μου εκτός. Θυσίασα πολλά για την μπάλα. Δεν πήγαινα στην δουλειά χάνοντας χρήματα που χρειαζόμουν πολύ. Απουσίαζα από τα asado(μπάρμπεκιου) της οικογένειας και έβρισκα συνεχείς δικαιολογίες για να μην συναντιέμαι με την κοπέλα μου για να βλέπω την Ουρακάν ακόμη και στην δεύτερη εθνική. Μια ομάδα δεν θα σε: meterme los cuernos (κερατώσει), όπως μια γυναίκα. Δεν έκανα θυσία για τίποτα άλλο, ούτε για την πολιτική και τον περονισμό. Μόνο για την ομάδα μου, το ποδόσφαιρο». Ο Έκτορ αισθανόταν μια άγρια χαρά με την τελική παραδοχή. Ας χάνονταν όλα. Όσα έδιναν σημασία και χαρακτήρα, σκοπούς και ταυτότητα σε αυτόν τον φριχτό απαίσιο εφιάλτη. Εκτός από το ποδόσφαιρο. Η Αργεντινή ανέκαμψε μοχθώντας έπειτα από αρκετά χρόνια. Η θλίψη όμως, ακόμη και σήμερα, είναι άγρυπνη και πανταχού παρούσα σε ορισμένες από τις διαφορετικές… πόλεις που συνθέτουν το Μπουένος Άιρες, την πόλη με την μεγαλύτερη μεσαία τάξη στην Λατινική Αμερική. Υπάρχουν, ευτυχώς, μερικές περιχαρακωμένες εστίες γνήσιας χαράς, τα γήπεδα, όπου επιτρέπουν ακόμη στον άνθρωπο να αισθάνεται παιδί, στα «χρησιμοποιημένα κουρέλια της ιστορίας» να μεταμορφώνονται σε επικούς ήρωες. Ήρωες της ήττας, της πίστης, της λαχτάρας για έναν καλύτερο κόσμο, τον οποίο χάνουν ποθώντας κάτι τρανό…