Italia ancora…

Είναι η πρώτη μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση στην οποία βλέπω πολύ κόσμο να εκφράζεται με θαυμασμό για τα επιτεύγματα, αλλά και το ποδόσφαιρο των Ιταλών: μετά τα ματς με την Αγγλία και τη Γερμανία η Σκουάντρα Ατζούρα έγινε στην Ελλάδα ξαφνικά δημοφιλής απολαμβάνοντας, όχι απλά το σεβασμό, αλλά και το θαυμασμό των ουδέτερων. Πιθανότατα αυτό συνέβη γιατί οι Ιταλοί έπαιξαν πολύ καλά κόντρα στην Αγγλία – ίσως να οφείλεται και στα έντονα αντιγερμανικά συναισθήματα της ελληνικής κοινωνίας τον τελευταίο καιρό. Ίσως πάλι να έχει να κάνει και με το γεγονός ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι ο θρίαμβος μιας νορμάλ ομάδας από την οποία απουσιάζουν υπερτιμημένοι αλαζόνες, χαρισματικοί φαφλατάδες, σκληροί αλητάμπουρες και άλλες τέτοιες μορφές που μας έχει δώσει κατά καιρούς το ιταλικό ποδόσφαιρο. Αυτές τις μορφές, τους Τότι και τους Πανούτσι, τους Σιρέα και τους Γκατούζο, μπορεί να τους γούσταραν οι φιλοϊταλοί αλλά ανέκαθεν δεν τους άντεχαν οι υπόλοιποι που ποτέ δεν κατάλαβαν τους λόγους της δημοφιλίας τους.

 

Η Σκουάντρα Ατζούρα (για να χρησιμοποιήσω ένα ανύπαρκτο όρο δικής μου επινόησης) ήταν πάντα μια ομάδα ποδοσφαιροφιλική – πιο πολύ άποψη παρά πραγματικότητα, κάτι σαν το σινεμά των ακατανόητων δημιουργών. Εκεί που οι οπαδοί της έβλεπαν το αριστούργημα, οι πολλοί έβλεπαν κατενάτσιο, διαβολιά, πονηράδα, σκοπιμότητα και υφάκια. Τώρα ύφος είχε μόνο ο Μπαλοτέλι, αλλά στους τρελούς και στους ερωτευμένους ο κόσμος συγχωρεί τα πάντα. Ναι, ετούτη η Ιταλία είναι μάλλον φτωχή σε προσωπικότητες αφού έχει μόνο ένα Ανδρέα Πίρλο και ένα Λουίτζι Μπουφόν έτοιμους για το πάνθεον των μεγάλων της ιστορίας της, αλλά είναι μια ομάδα που αποκάλυψε τις αρετές της, τράβηξε το βλέμμα σου, σου επέβαλε να την κοιτάξεις και μετά σε κέρδισε: είναι μια ωραία γκόμενα από αυτές που αμακιγιάριστες μαζεύουν ήλιο το καλοκαίρι, κρύβονται πίσω από μεγάλα γυαλιά ηλίου, δεν έχουν σούπερ καμπύλες, αλλά αρκεί ένα τους σκέρτσο για να μην μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους ανεξήγητα. Αυτή η Ιταλία έχει ένα μυστήριο καθηλωτικό καλοκαιρινό sex appeal – χωρίς να είναι θεαματική, είναι ερωτεύσιμη και κυρίως (παραδόξως για την φήμη που την ακολουθεί και που αναπαράγεται στις αντροπαρέες) είναι παιγνιδιάρα, αλλά τίμια.

 

Συμπτωματικά ο θρίαμβος των Ιταλών επι των Γερμανών συνέπεσε με τη σύσκεψη των Βρυξελλών κι αυτό μεγάλωσε τις παραμέτρους της ιστορίας. Δεν ξέρω, αν για ένα βράδυ ήμασταν όλοι Ιταλοί, αυτό όμως για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι αν στην Ευρώπη κυριαρχούσε ο ιταλικός καθολικισμός αντί του γερμανικού προτεσταντισμού θα ήμασταν μάλλον καλύτερα όλοι. Οι Γερμανοί πέραν της δημοσιονομικής πειθαρχίας (για την οποία είναι αξιέπαινοι) δεν έχουν άλλο Θεό να πιστέψουν. Πέρα από τους φόβους τους, το πρόβλημα τους είναι η έλλειψη αισθητικής, η αδυναμία να βρουν ένα life style ανεμελιάς, η ενοχή που νοιώθουν απέναντι στην ύπαρξη της ελαφρότητας. Οι Ιταλοί δεν είναι σπάταλοι, αλλά δεν ζουν μετρώντας τα λεφτά τους. Πιστεύουν στην μικρή επιχείρηση περισσότερο από ό,τι στη βαριά βιομηχανία. Εχουν όμορφες πόλεις κι ας πληρώνουν την αισθητική με βάσανα στο δρόμο. Δεν σοκάρονται με το Μπερλουσκόνι γιατί πιθανότατα τα ίδια θα έκαναν στη θέση του, έχουν μια υπεύθυνη αριστερά, ξέρουν ότι ο Μπαλοτέλι είναι η απάντηση σε κάθε ρατσιστικό σύνδρομο. Είναι λίγο άσωτοι, λίγο κλέφτες, λίγο μαφιόζοι, αλλά και τιμωροί του εγκλήματος και σκληροί δικαστές και έτοιμοι να πάνε στην εκκλησία να προσευχηθούν γιατί απάτησαν τη γυναίκα τους που κατά τα άλλα την αγαπάνε. Νομίζουν ότι είναι ένα έθνος ηρώων, καλλιτεχνών, αγίων, ποιητών και θαλασσοπόρων (popolo di eroi, di santi, di poeti, di artisti e di navigatori…): δεν είναι, αλλά αυτή τους η ιδεοληψία δεν πείραξε ποτέ κανένα. Αντίθετα ο γερμανικός ντετερμινισμός μας γονάτισε στο τέλος όλους.

 

Δεν είμαστε όλοι Ιταλοί και θα λεγα ευτυχώς. Αλλά η εθνική τους ομάδα αυτό το παράξενο καλοκαίρι υπήρξε για τους περισσότερους ένα σημάδι αισιοδοξίας. Είναι ένα σύμπλεγμα ιταλικών ιστοριών στις οποίες μετράει καθοριστικά η πλοκή και όχι τόσο το φινάλε. Σε αυτές τις ιστορίες της Σκουάντρα Ατζούρα συνυπάρχουν σε γενναίες δόσεις και το καλό στο ποδόσφαιρο και το καλό στη ζωή. Υπάρχει η ιστορία του Κασάνο που καρδιοπαθής πλέον, γυρνά μετά από 65 μέρες απουσίας από τις προπονήσεις για να χαρίσει στην Ιταλία ένα τελικό: ο ίδιος είναι γεννημένος τη μέρα που οι Ιταλοί κατέκτησαν το παγκόσμιο κύπελλο στη Μαδρίτη το 82 και άρα τον προορισμό του τον ξέρει. Είναι η ιστορία του τσιγγάνου «αρχιτέκτονα» Πίρλο, που διωγμένος πέρυσι από τη Μίλαν παίρνει μια θεαματική εκδίκηση δια της προσωπικής του ευτυχίας. Είναι η ιστορία του Λουίτζι Μπουφόν, που από ύποπτος για στοιχήματα έγινε σήμερα «φύλακας άγγελος». Είναι η ιστορία του παραγκωνισμένου για μήνες Μοντολίβο που οι Φλωρεντίνοι προσπάθησαν να του κόψουν τη μπάλα και σήμερα τον καμαρώνουν. Είναι η ιστορία του Ντιαμάντι για τον οποίο ο συμπάικτης του κάποτε στο Λιβόρνο Φάμπιο Γκαλάντε πλήρωσε 60000 ευρώ από την τσέπη του για να πείσει την ομάδα να τον αποκτήσει. Είναι η ιστορία του Κιελίνι και του Μπαρτζάλι που νίκησαν τις θλάσεις για να παίξουν σε χρόνο ρεκόρ. Είναι η ιστορία του τρελού Μπαλοτέλι. Είναι η ιστορία του Τσέζαρε Πραντέλι που σταμάτησε την καριέρα του όταν η γυναίκα του πέθανε από καρκίνο και που επέστρεψε στους πάγκους όταν η νέα του σύντροφος γιάτρεψε τη θλίψη του. Είναι η ιστορία του Ντε Ρόσι που παίζει με ένα μακρύ κι ένα κοντό μανίκι γιατί είναι Ιταλός.

 

Δεν είμαστε όλοι Ιταλοί – δεν χρειάζεται. Αλλά πολλές σκέφτομαι ότι το ποδόσφαιρο χωρίς αυτούς δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο και η Ευρώπη χωρίς αυτούς θα ήταν μια υστερική γεροντοκόρη…