Ντόλτσε βίτα α-λά εφηβικά

Πρώτα ήταν η πίτσα. Την εποχή που οι συνοικιακές πιτσαρίες είχαν τραπέζια έξω και ο «Κριός» στην Παλαιών Πατρών Γερμανού είχε αραδιάσει μερικά στο πεζοδρόμιο, τα σκέπαζε με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα, αυτά του πικ-νικ, κι άνοιγε την πόρτα για να φτάσει ως έξω στο δρόμο η ευωδία από τον ηλεκτρικό φούρνο (τόσα ξέραμε τότε). Τέλη seventies κι εγώ τη δοκίμαζα για πρώτη φορά: πλούσια ντομάτα, παχύ στρώμα από τυρί, λίγο φρέσκο λάδι να τσιτσιρίζει στην επιφάνεια. Συν Κόκα Κόλα. Ωραίο πράγμα…

H ιταλική εισβολή στη ζωή μου ήταν σχεδόν ταυτόχρονη και πολυμέτωπη. Κάπου εκεί γύρω, ο Πάολο Ρόσι, ο Ρομπέρτο Μπέτεγκα, ο Αλτομπέλι κι ο Καμπρίνι κι ο Ταρντέλι, όλη η καλοσιδερωμένη, καλοχτενισμένη (όσο μπορεί να ήταν στα eighties!) συμμορία των Ιταλών του Έντσο Μπέαρζοτ στα Μουντιάλ του 78 και του 82 τράβηξαν το βλέμμα μου στη μπάλα. Λίγο μετά, ανακάλυπτα τι στ αλήθεια σημαίνει αυτοκίνητο, μαγκωμένος στο κάθισμα του συνοδηγού μιας σκούρας μπλε Λάντσια Φούλβια Μπερλίνα που έβγαζε μουγκρητά από την ογκώδη εξάτμιση καθώς κατέβαινε την παραλιακή.

Τότε ήλθε κι η Ντόνα Σοφία Μέσα σ ένα κόκκινο φόρεμα που ασφυκτιά να τη χωρέσει, κάνει ζήλιες στον φτωχό ψαρά Νικολίνο χορεύοντας με τσαμπουκά ένα ιταλιάνικο μάμπο.

Μεγαλώνεις και μαθαίνεις να διαλέγεις, να σαι πολύ κριτικός και να απορρίπτεις πιό εύκολα απ όσο δέχεσαι, να αποκτάς γούστο, γνώμη, άποψη. Τα άλλαξα όλα αυτά πολλές φορές ώσπου να εμπιστευθώ το εφηβικό μου κριτήριο, να αποφασίσω πως οι Ιταλοί κάνουν, καλύτερα απ όλους, τα πράγματα που μετρούν για το προσωπικό μου ευ ζην: σπορ, σινεμά, φαγητό, ρούχα, γυναίκες κι αυτοκίνητα.

Το εξάπτυχο της χαράς, της ζωής, της καλής ζωής εν προκειμένω· της δικής μου ντόλτσε βίτα που φιλτραρίστηκε για καμμιά δεκαετία, την δεκαετία των nineties και του (κακό χρόνο να χει…) «ελληνικού lifestyle», μέσα από περιοδικά που έκλεβαν όποια έμπνευση είχαν οι ξένοι και την πλάσαραν σαν «άποψη» δική τους. Ευτυχώς επιβίωσα από κάτι αστείες λίστες με τα «εκατό πράγματα που πρέπει να κάνεις πριν τα 30», κάτι οδηγίες χρήσεως για wannabes. Κολύμπησα στο βούρκο κι ανέβηκα στην επιφάνεια…

Κι ανακάλυψα πως όλα όσα με κάνουν χαρούμενο κι ευτυχισμένο τα γνώριζα από παλιά. Από τα χρόνια όπου τα ανακάλυπτα στις πραγματικές τους διαστάσεις, που δεν ήταν διογκωμένα από το hype ή αλλοιωμένα από τις μόδες που παρέρχονται. Άρχισα, σταδιακά, να επιστρέφω σε πράγματα γνώριμα, που σαν παιδί, σαν έφηβος, είχα προσπαθήσει να κοπιάρω, να συνθέσω στο δικό μου στυλ «δουλεμένα» όμως πια με το μάτι του ενήλικα…

Έτσι λάτρεψα ξανά τις ιδιαιτερότητες των Ιταλών στα σπορ: που παθιάζονται και πεισμώνουν και δεν εγκαταλείπουν, μα που δεν ξεχνούν ούτε στο τελευταίο δευτερόλεπτο να περάσουν τα χέρια μέσα από τα μαλλιά, για να μην βγουν στο πανηγυρικό πλάνο αχτένιστοι! Θύμιζαν και θυμίζουν πάντα τα παιδιά της γειτονιάς: μουτρώνουν στο γκολ που δέχονται και σκάνε χαμόγελα με 32 δόντια σ αυτά που βάζουν. Εικοσιδύο Ιντζάγκι, baby faces με μαλλί που πέφτει στα μάτια, με κορδέλες να το κρατούν στο κεφάλι και παρατσούκλια που ακούγονται παιδικά, σαν το «Πίπο», να κλωτσάνε ψιλοάτεχνα τη μπάλα, να παλεύουν με πείσμα να τη στείλουν μέσα. Να κάνουν τους παλληκαράδες ο ένας στον άλλο, μα μπροστά σε κανέναν Γερμανό ή Άγγλο, να γίνονται παλληκάρια της φακής. Να ενώνουν τις παλάμες και να τις ανεβοκατεβάζουν γι αυτή την κλασσική πόζα διαμαρτυρίας, τη μετενσάρκωση της Commedia dellarte στο ποδόσφαιρο. Λατρεμένο Καμπιονάτο! Όπου δεν έχω αγαπημένη ομάδα μα βλέπω οτιδήποτε, αβίαστα, σε κάθε ευκαιρία. Και είτε θα μου βγαίνει σούπα ολκής είτε θα τυχαίνει ματσάρα, ποτέ κάτι μεσοβέζικο…

Βέβαια ο μεγάλος αθλητικός έρωτας είναι ένας… Δεν παραλείπω να βρίζω κάθε χρονιά που δεν υπάρχει ένας Ιταλός στο τιμόνι της Φεράρι, έστω σαν δεύτερος ή τρίτος. Γιατί, για κάθε καλόπαιδο σαν τον Αλόνσο, θέλουμε κι έναν Ιταλό αλητάμπουρα των δρόμων. Να τον αποθεώνουμε όταν καβαλάει τα κράσπεδα, όταν κάνει ευθείες τα «εσάκια» κι όταν σπαταλά το λάστιχο σε αχρείαστα σπινιαρίσματα κάποιον σαν τον αείμνηστο Μικέλε Αλμπορέτο: σε πέντε χρόνια στη Σκουντερία έκανε μοναχά τρεις νίκες, έσπασε αναρίθμητους κινητήρες, διέλυσε πολλά κιβώτια και συνέτριψε δεκάδες σασί, αλλά γι αυτά έπαιρνε πάντα το χειροκρότημα από τους τιφόζι!

Το φαγητό μου είναι… ο απόγονος εκείνης της παιδικής πίτσας -αλλά όχι της… ηλεκτρικής, αυτής που μοιάζει πια με την ιταλική- και όλα όσα μυρίζουν Μεσόγειο: το μυρωδάτο λάδι κι η σφιχτή μοτσαρέλα και το χωριάτικο ψωμί και η ζουμερή ντομάτα και το υπεραγαπημένο όσο-μπούκο και το σπαγκέτι ντυμένο στις ναπολιτάνικες σάλτσες. Και τα ρούχα είναι τα απλά, καλοκομμένα ιταλικά, χωρίς υπερβολές και στυλιστικές αηδίες είπαμε, το lifestyle μάς τελείωσε

Το σινεμά και οι γυναίκες πάνε χέρι-χέρι. Πάρε τη Σοφία Λόρεν, φωτισμένη και σκηνοθετημένη από τον Ντε Σίκα, να περπατά στα σοκάκια του Κάπρι κουνώντας τις καμπύλες της σεισμός! Είναι η Λουτσία του «It started in Naples» που σέρνει από τη μύτη τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τού μαγειρεύει σπαγκέτι το πρωί και χάνεται σε γεμάτα καπνό καμπαρέ το βράδι, όπου τραγουδάει αυθάδικα «Tu vuo fa l Americano» μασώντας την τσίχλα της κι αυτός χάνει τα λόγια του.

Ή παρακολούθησε την παρέλαση στο σινεμά της ράτσας της Αιώνιας Ιταλίδας Σεξοβόμβας: κορίτσια της διπλανής πόρτας, που φτιασιδώνονται επί ώρες για να βγουν στο δρόμο και να μοιάζουν ακαταμάχητες, να σταματούν την κυκλοφορία κατά σειρά εμφανίσεως: Τζίνα Λολομπρίτζιντα, Κλαούντια Καρντινάλε, Στεφανία Σαντρέλι, Σιλβάνα Μαγκάνο… Και φυσικά το πιό όμορφο και νατουράλ φιλί στο σινεμά, δύο λεπτά εκφραστικής σιωπής: η πανέμορφη, ατσαλάκωτη Μόνικα Βίτι, με το ταγέρ και τις πέρλες, να κυλιέται στην εξοχή της Σικελίας με τον (hint: γκόμενο της φίλης της) Γκαμπριέλε Φερτσέτι στο «LAvventura» του Αντονιόνι.

Μα το ιταλικό σινεμά δεν είναι μόνο οι κυρίες για να είμαστε fair, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι ισοφαρίζει από μόνος του κάθε γυναικείο πρότυπο, καθώς περιδιαβαίνει το σύμπαν του Φελίνι ψάχνοντας το νόημα της ζωής σε παρακμιακές νύχτες στη Ρώμη, στο κάθισμα μιας πρωτόγονης Alfa Romeo Spider και στο κατόπι της Ανίτα Έκμπεργκ, στη «Ντόλτσε Βίτα»…

Και τ αυτοκίνητα! Οι κάποτε πρωτόγονες και ωμές Ιταλίδες, σαν τα αγοροκόριτσα της Νάπολης, όπως εκείνη η Φούλβια των seventies, έχουν εξελιχθεί πια σε κομψές, πολιτισμένες «κυρίες» των δρόμων, κανονικές σικάτες Μιλανέζες, που τους αρκεί μία μικρή υπερβολή στο γκάζι και ένας «φιδάτος» δρόμος για να θυμίσουν τί είναι κωδικοποιημένο στο DNA τους… Έχω έναν τέτοιο δρόμο, δικό μου μυστικό, μακρυά από την Αθήνα: εικοσιπέντε στροφάτα, ανηφορικά χιλιόμετρα, στρωτή άσφαλτος, από τη μία το βουνό κι από την άλλη ο γκρεμός, μοιάζει με τη διαδρομή της Κορσικής την εποχή που την ανεβοκατέβαινε ο συγχωρεμένος ο Ατίλιο Μπέτεγκα μες στην αστραφτερή Λάντσια 037. Και κάθε φορά χαμηλώνω τη μουσική ν ακούγεται ο κινητήρας, ανοίγω το παράθυρο να μπαίνουν οι οσμές της Μεσογείου, κατεβάζω ταχύτητα να ακούγεται το μουγκρητό. Εδώ είμαστε…

Μικρές χαρές που κάνουν τη ζωή μακρύτερη… Εάν, σ αυτή την εποχή της κρίσης, η έννοια της ντόλτσε βίτα μοιάζει απαγορευμένη, εγώ νομίζω πως είναι καταφύγιο. Όμορφη ζωή υπάρχει, ακόμη κι αν δεν είναι ακριβή: ας είναι ένα πλατύ χαμόγελο που πανηγυρίζει το γκολ, ένα ψωμί βουτηγμένο σ αρωματικό λάδι, ένα καλοραμμένο παντελόνι, ένα σινεμασκόπ φιλμ, μισή ώρα αγαλλίασης στο βολάν. Υπάρχουν πάντοτε πράγματα να απολαύσεις -χωρίς εξτραβαγκάντσες, χωρίς υπερβολές, χωρίς προκλήσεις- και που θα βάψουν αυτή τη μίζερη ζωή με λίγο χρώμα. Κατακκόκινο· σαν το φόρεμα της Ντόνα Σοφία, σαν το μέταλλο της Φεράρι, σαν τη σάλτσα του σπαγκέτι