Ώρα 5.30, ξημερώματα Δευτέρας

Την τελευταία φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου, 5.30 η ώρα, το ξημέρωμα, καθισμένο σ’ ένα παγκάκι στο λιμάνι, να κοιτάει το υπερπέραν (το ‘μολογάω, για μια γκόμενα), το Mega καμάρωνε για τους «Φρουρούς της Αχαϊας», πρώτο όνομα στα charts ήταν ο Χαριτοδιπλωμένος, το τελευταίο μοντέλο κινητού είχε το μέγεθος μονοκατοικίας στα Ταμπούρια και ο Τσούτσος (όχι, που θα σ’ άφηνα) άφηνε χαίτη – λασπωτήρα.

 

Όταν το ξανάκανα, οι «Φρουροί» έμοιαζαν, πλέον, με αισθητική υπερβολή από το παρελθόν της βάτας, ο Χαριτοδιπλωμένος ήταν λιγότερο δημοφιλής και απ’ τον Τζον Τίκη στο Ηρώδειο, το κινητό, εάν δεν έπλενε, μαγείρευε, σιδέρωνε, φλέρταρε με τη στάμπα του εξωφρενικού μπας – κλασαριού και ο ηρωικός Θοδωρής με μια λεβέντικη αρκαδική καράφλα – πεζοδρόμιο. Μάλλον, υπάρχει χρονική απόσταση

 

Συνέβη πρόσφατα, την Κυριακή. Ένας παλαβός (μουά), που άλλαζε ανά πεντάλεπτο τα πλαστικά ποτήρια του café, παρεάκι μ’ έναν τύπο, που φιλοσοφούσε τις επιπτώσεις της κατανάλωσης μισού κοντέινερ τσίπουρου Τυρνάβου στην ανθρώπινη νηφαλιότητα και μια ομορφονιά, που περνούσε πριονοκορδέλα, επί δίωρο, έναν ατίθασο λεκέ στο «γαμώτοοο, τώρα το αγόρασα» μπλουζάκι της. «Καμμένο», μην το συζητάς

 

Το αίτιο του εκούσιου διαλόγου με την απάλευτη μεταμεσονύκτια υγρασία του νησιού, ερχόταν να συμπληρώσει τίμια τη σουρεαλιστική καρικατούρα της εικόνας. Να υποδεχτούμε, λέει, την αποστολή του ΑΟ Κέρκυρα, που γύριζε από την Τούμπα με τον πόντο στο σακούλι! Κατάλαβες, αδελφέ μου; Δεν το ‘κανα στα 16 μου, μου ήρθε στα γεράματα.
Για την ιστορία, το μόνο που προλάβαμε, εντέλει, να υποδεχτούμε ήταν μια φέτα ραβανί (προσφορά του φυσιοθεραπευτή Αργύρη, από μια σύντομη στάση στην εξωτική Βέροια), ένα άτσαλο χασμουρητό του Γιάντση (αλαμπρατσέτα με το laptop του), το απορημένο βλέμμα Τσίγκα, Ιωάννου (στη λογική του «τι κάνεις εδώ πέρα, ρε μουρλέ;») και μια επικολυρική γκριμάτσα του αγουροξυπνημένου Χαμπλ μέσα από το μαύρο τζάμι του λεωφορείου. Οι υπόλοιποι, τέζα στα καθίσματα, οδός ροχαλητού και όνειρου γωνία.

 

Μισή ώρα αργότερα, αραχτός πλέον στη λατρεμένη μου σοφίτα, η ιδέα για ένα τελευταίο στρίψιμο καπνού, πριν παίξω playstation με τον Μορφέα, αποδείχτηκε παιδί της αϋπνίας.
Και να πεις, ανάθεμά το, πως δεν το ‘ξερα Πάντα, αφ’ ότου άρχισα ετούτο το γαμ το συνήθειο, το τελευταίο τσιγάρο βάσταγε πολύ. Τουλάχιστον, μέχρι να σώσουν οι σελίδες απ’ το κόμικ, που «έγραφαν» τα ασπόνδυλα σχήματα καπνού μέσ’ το σκοτάδι απ’ το δωμάτιο.
Εννιά στις δέκα, σαν απολογισμός ημέρας. Τι έκανα; Τι δεν έκανα; Γιατί το έκανα; Έλα, ντε. Γιατί;
«Μήπως από την υποχρέωση του πόστου του press officer»; Ναι, λες και δίχως εμένα στο λιμάνι, οι παίχτουρες δεν θα πήγαιναν στα σπίτια τους!
Μήπως, πάλι, από plus “δέσιμο” με την ομάδα, τώρα που τη ζω από κοντά»; Ώπα, ρε τρισμέγιστε λαϊκιστή! Στα 33, φίλε μου, τέτοια «τεκμήρια» συναισθηματισμού δεν πείθουν ούτε ξανθιά με ντεκαπάζ.
«Τότε, ενδόμυχα, για να ‘χω το αποκλειστικό μου για το σάιτ». Ναι, ε; Πού ‘ντο; «Έ, τι διάολο; Από βίτσιο;» Εντάξει, το παρατραβάς
Οι ασπόνδυλες εικόνες του καπνού, αρχίσαν’ να ξαχνίζουν, μονάχα όταν το μυαλό άρχισε να σκαλίζει τις Κυριακές δέκα χρόνων στην Αθήνα.
Πήγαινες έξω, ρεπορτάζ; «Γρήγορα, τις ενδεκάδες. Κάτσε να δούμε σε τι σχήμα τους κατέβασε. Μέτρα κοψίματα, κλεψίματα και σουτ.
Ποιον έβγαλε; Το 4; Σε ποιο λεπτό; Γαμώτο, το τηλέφωνο
Ποιος είπες ότι είναι στα επίσημα; Κάτσε να δω. Ρε, αδελφέ, μίλησε άλλος πέρα από τους δύο; Μίλησε; Ποιος, τις έχεις; Ταξί Γιατί δεν περνάει ένα ταξί, ανάθεμα την τύχη μου;»
Δεν πήγαινες στο γήπεδο; «”Αλεξό”, γρήγορα, να φύγει η σελίδα. Τι σου ‘πε ο “Τσακ”, ήτανε πέναλτι; Πάρε Βασιλάκη τώρα, να μας πει. Σήκωσέ το, ρε Περικλάρα, που να πάρει, καίγεται ο οπίσθιος μηριαίος μου!
Φωτογραφία έχουμε; Όχι όρθια, ρε. Μια πλάγια, άλλαξε ο Πάνος το κασέ. Πάλι τηλέφωνο
Τώρα, στη διόρθωση. Να κόψεις λέξεις, δεν χωράει. Και τίτλους για την πρώτη, στον Σαμπράκο. Ακόμα; Γρήγορα ρε, θα πάμε φυλακή».
Αέραααααααα

 

Πάντα, βιωματικά, αυτή η διεστραμμένη ερωμένη που λέγεται «επαγγελματική δημοσιογραφία» (πόσω μάλλον, σ’ ένα μεγάλο μαγαζί), μου θύμιζε κάτι από τεστ αντοχής. Όχι μοναχά σωματικά, λόγω των συγκλονιστικών ρυθμών. Κυρίως, ψυχαναλυτικά.
Όλοι, βλέπετε, μπήκαμε σε τούτο του κουρμπέτι από μεράκι για την μπάλα. Αλλά μείναμε, μιλώντας για ποδόσφαιρο. Άλλο πράμα, διαφορετικό
Όλοι είχαμε ως πρώτο καύσιμο την «παιδικότητα» του παιχνιδιού. Του απλοϊκού χαβαλέ, της παρέας και της ανέμελης, (μετ)εφηβικής «βλακείας».
Αλλά συνεχίσαμε να ταϊζουμε το ντεπόζιτο, με την (αλλιώς δεν γίνεται) αμόλυβδη ενός φαινομένου, περίπου «επιστημονικού». Συγκλονιστικά γοητευτικού, καταπληκτικού μαθήματος ζωής, καψούρας από τις λίγες. Αλλά με τη χαρά του παιχνιδιού, πίσω απ’ την κουίντα.

 

Κάθισα και σκέφτηκα, πότε ήταν η τελευταία φορά, πριν την επιστροφή μου στο νησί, που είδα live ένα ματς, δίχως σημειωματάρια, τηλέφωνα, κασέ, ρολόγια και «φοβίες» για χαμένα ρεπορτάζ. Ως θεατής απλός, που τρώει πασατέμπο, κάνει «καφενείο» με τα ποδάρια απλωμένα και, άμα λάχει, πλησιάζει τον Τουμέρ και τον φωνάζει «φίλε», όχι «κύριε Μετίν».
Χρόνια
Η Κέρκυρα, μου το ξανάβαλε στην τσέπη. Όχι γιατί στην επαρχία, υπάρχει έλλειμμα επαγγελματισμού. «Διαμάντια» βρίσκεις.
Απλά, επειδή, σε σχέση με το αστικό τσιμέντο των plexiglas θεριών, υπάρχει πλεόνασμα ανάσας, χρόνου και ζωής.
Επειδή η στρογγυλή μπουλούκα, επιμένει να κρατά ένα κομμάτι της αφιερωμένο στη χαρά του παιχνιδιού. Μέσα κι έξω από το γήπεδο.

 

Κι επειδή ένα ξενύχτι στο λιμάνι -για μια ομάδα, παίκτη, αποτέλεσμα- αγκαλιά μ’ έναν φθηνό, τσακαλωμένο ποτήρι του καφέ, κάτι αναθυμιάσεις τσίπουρο κι έναν λεκέ, δεν το κάνεις γιατί γουστάρει ο workaholic εαυτός σου. Αλλά μoνάχα η ψυχούλα σου