«Και μη ξεχάσουμε να πούμε ‘χρόνια πολλά’»…

Δεν φημίζομαι για τη μνήμη μου. Όσον αφορά το ποδοσφαιρικό κομμάτι, συχνά λέω ότι πάσχω από… εγκεφαλική πρεσβυωπία. Θυμάμαι τα μακρινά και ξεχνάω τα κοντινά. Στην προσωπική μου ζωή τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Σε βαθμό που όλοι οι οικείοι μου ξέρουν πως σε γιορτές, γενέθλια, επετείους, χρειάζομαι πάντα ένα… alert. Πιθανότατα αυτός είναι και ο μόνος λόγος που μου φαίνονται χρήσιμα τα (πολύ)πρωινάδικα, αφού τηρούν ευλαβικά τη συνήθεια να μας θυμίζουν κάθε μέρα τους εορτάζοντες με το αφόρητο κλισέ: «Και μη ξεχάσουμε να πούμε ‘χρόνια πολλά’ στους…».

 

Σήμερα ήταν από τις εύκολες μέρες. Ακόμη και μέσα στη nirvana που χωρίζει… ύπνο-ξύπνιο, διαπίστωσα μέσα σε δευτερόλεπτα ότι δε χρειάζεται να «θυμηθώ» κανένα. Όμως, κάπου εκεί λειτούργησε η… εγκεφαλική μου πρεσβυωπία. «Γιορτάζουν Θεμιστοκλής, Θέμης, Θεμιστοκλεία, Θέμις, Θέμιδα». Δεν ξέρω γιατί, αλλά το πρώτο πράγμα που ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό μου, ήταν ένα σπριντ λίγων δευτερολέπτων. Ίσως, από των πιο ευτυχισμένων δευτερολέπτων της ενασχόλησής μου με το ποδόσφαιρο, μέχρι σήμερα. Όση ώρα χρειάστηκε να διανύσει ένας ποδοσφαιριστής που μόλις είχε σκοράρει και βρισκόταν σε «δαιμονισμένη» κατάσταση την απόσταση από το ένα τέρμα έως το άλλο.

 

Ήταν η βραδιά, που άλλαξε για πάντα την άποψή μου για τις αμερικανιές στις ταινίες αθλητικού περιεχομένου, για το καλάθι στα τελευταία δέκατα του δευτερολέπτου, το καθοριστικό γκολ από το πουθενά, τη νίκη κόντρα σε κάθε προγνωστικό και λογική.
Σεπτέμβρης του 1997. Ολυμπιακός-ΑΕΚ. ΟΑΚΑ. Εγώ κάπου στα 14. Όσοι ήταν στο γήπεδο (το έχω συζητήσει με πολλούς), μόνο αυτοί θα καταλάβουν. Η παγωμάρα υπήρχε από την αρχή στην –κιτρινόμαυρη- ατμόσφαιρα. «Δε παίζει ο Ντέμης…». Έγινε… παγετώνας, όταν σε όλο το πρώτο ημίχρονο το γήπεδο είχε… κατηφορίσει και οι «απέναντι» τράνταζαν τις κερκίδες από το χοροπηδητό. Το concept δεν άλλαξε με την έναρξη του β’ μέρους. Όμως στο 52’… Δε μπορώ να ξεχάσω τι αλλαγή συναισθημάτων προκλήθηκε μόλις έβγαλε τη φόρμα. Την «κόκκινη» αμηχανία, τον «κίτρινο» ξεσηκωμό. Σαν να ΄ξεραν όλοι τι θα ακολουθούσε.

 

Οκτώ λεπτά αναμονής ήταν αρκετά… Μπαλιά του Τόνι, πρώτη επαφή για το «στρώσιμο», και άλλη μια για να γίνει το θαύμα… Ποτέ δε θα καταλάβω πώς βρέθηκα δέκα σειρές πιο κάτω χωρίς να περπατήσω ή να… κουτρουβαλήσω. Ποτέ δε θα ξεχάσω το σαστισμένο βλέμμα, την κίνησή του να… τραβήξει τα μαλλιά του όταν έφτασε στο πέταλο και είδε το… χαμό που μόλις είχε δημιουργήσει. Τα έζησα όλα ξανά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, κουλουριασμένος μεσ’ στα παπλώματα.

 

Δεν ήταν νοσταλγία. Ήταν σαν να χτύπησε στο μυαλό μου ένα… alert που μου θύμισε τις στιγμές απόλαυσης που προσέφερε στα παιδικά μου χρόνια αυτό το… «11». Τα γκολ που με έκαναν κουβάρι με αγνώστους στην εξέδρα. Το αίσθημα σιγουριάς ότι «πήρε τη μπάλα, κάτι θα κάνει». Αίσθημα που δε λάθεψε ποτέ… Αίσθημα που εύχομαι και ελπίζω να βρεθεί ξανά κάποιος να με κάνει να νιώσω…