«What about Prince?»

Κουστουμαρισμένος σαν να πήγαινε σε τελετή ενθρόνισης του νέου Βασιλιά της Αγγλίας. Από πάνω μια καπαρντίνα τελευταία λέξη της μόδας. Το παπούτσι, το οποίο σύμφωνα με το περίεργο μάτι των γυναικών χαρακτηρίζει έναν άνδρα (!), πρόδιδε πολλά. Κροκοδειλέ σκαρπίνι. Τελευταία λέξη της μόδας, σαν να λέμε. Με το βλέμμα να στριφογυρίζει σαν ραντάρ δεξιά και αριστερά, έδειχνε σαν να παρακαλάει να τον σταματήσει κάποιος δημοσιογράφος να του μιλήσει, κατεβαίνοντας τη ράμπα του ΟΑΚΑ από τη θύρα των επισήμων.

 

 

Το θαύμα που περίμενε έγινε. Η γλώσσα του σώματός του έλεγε πολλά. Η γλώσσα του ακόμα περισσότερα. Ροδάνι πήγαινε. Πάντα σε πρώτο πλυθυντικό. «Για να μείνουμε στον Παναθηναϊκό θέλουμε». Τι «θέλουμε»; Ψιλοπράγματα. Τριπλασιασμό και κάτι των «καθαρών» απολαβών, ήτοι από 250.000 ευρώ στα 800.000 ευρώ. «Το δικαιούμαστε», αποφάνθηκε δίχως να «σηκώνει» κουβέντα. «Ναι, αλλά οι καιροί είναι δύσκολοι», είναι ο εύκολος αντίλογος. «Τα χρήματα αυτά και περισσότερα τα βρίσκουμε αλλού», λέει με σιγουριά. Μετά μπαίνει η κασσέτα. Ο νους ίσα που προλαβαίνει να καταγράψει τα ονόματα των ομάδων. Η μισή Γερμανία, το 1/3 της Γαλλίας. Αν δεν υπήρχε διακοπή στο ενδιάμεσο ίσως να περιλαμβάνονταν όλος ο πυρήνας της ευρωζώνης. Γνωστό τοις πάσι ότι όλοι οι ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται σε ελληνικές ομάδες είναι περιζήτητοι. Απλή συγκυρία ότι γίνονται περιζήτητοι μόνο όταν οι παίκτες θέλουν νέο συμβόλαιο ή επίκειται θέμα ανανέωσης με καλύτερες απολαβές.

 

 

Και ασφαλώς η κατάληξη γνωστή. «Εμείς βέβαια προτιμάμε τον Παναθηναϊκό. Αλλά θα πρέπει να ικανοποιηθούμε». Αυτό πάλι που ποτέ ένας παίκτης δεν θέλει να φύγει από μια ομάδα γιατί έχει «δεθεί» αλλά μόλις δεν πάρει ακριβώς όσα θέλει γίνεται άλλος άνθρωπος και φεύγει άνετα, ποτέ δεν θα το καταλάβω. Όταν στο τέλος της κουβέντας έρχεται η δημοσιογραφική τόλμη «ξέρεις αυτά που ζητάς δεν μπορεί να στα δώσει ο Παναθηναϊκός γιατί λεφτά δεν υπάρχουν», η απάντηση είναι αυτή που σε βάζει σε μια άλλη πραγματικότητα. «Why? What about Prince? He doesnt have money?». Τι να πεις εκεί; Άλαλα τα χείλη των ασεβών

 

 

Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή, όπως και οι διάλογοι. Ο θαυμαστός κόσμος των μάνατζερ σε όλο του το μεγαλείο. Γιατί για όσους δεν το κατάλαβαν ο πρωταγωνιστής μας είναι ένας μάνατζερ. Ξένος. Μην νομίζετε ότι οι Έλληνες είναι καλύτεροι. Για να προλάβω οποιαδήποτε γενίκευση, έχω να καταθέσω και πάλι από προσωπική εμπειρία ότι δεν είναι όλοι οι ατζέντηδες έτσι. Απατεωνάκια δηλαδή. Το κακό είναι ότι οι κανονικοί είναι καθαρή μειοψηφία. Όπως συμβαίνει στα περισσότερα επαγγέλματα άλλωστε.