Ο άφθαρτος Θρύλος του Τζιμ Μόρισον!

Ένα από τα πράγματα που γαργαλούσε πάντοτε την περιέργειά μου, ήταν να έχω, κάποια μέρα, μια κουβέντα, off the record με τον Σάββα Θεοδωρίδη. Όχι πως ένα τσουνάμι σαν του λόγου του, θα είχε θέμα να αμολήσει παπάδες και αρχιδιάκους με αναμμένο το κόκκινο φωτάκι απ το rec. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 

Μοίρα καλή (ήμαρτον, χωρίς Coelho), κάθισε την περασμένη Κυριακή. Λογικά, υπό την έννοια πως ένας αξούριστος διαπιστευμένος και ο Σάββας δεν ήταν δα παράλογο να συναντηθούν στα αποδυτήρια. Τυχερό, υπό την έννοια πως το αντάμωμα γίνηκε κάπου στο 65 του ματς του ΑΟ Κέρκυρα με το Ολυμπιακό, μετά από την φαεινή ιδέα, προτού γυρίσω στα δημοσιογραφικά, προερχόμενος από μια εποικοδομητική συζήτηση με τον WC (τους freddo μου, μέσα), να κάνω μία στάση στα ενδότερα.
Εντέλει, η κουβέντα, στο στόμα της φυσούνας, δεν κράτησε πάνω από πεντάλεπτο. Σοφότερος δεν έγινα. Ίσως, απλά, μου ξέφτισε το άχτι. Μέσα, ωστόσο, στα υπόλοιπα χαριτωμένα και μικρά, που επιβεβαίωσαν τον μύθο του, βάστηξα μία κουβέντα, την ώρα που το δάκτυλο έδειχνε απέναντι, στη θύρα 4, στον κόσμο του Ολυμπιακού: Κοίτα τους Δεν παίζονται. Η συσπείρωση που υπάρχει τις τελευταίες μέρες, δεν έχει ξαναγίνει.

 

Η αναγωγή του τελευταίες μέρες έδειχνε ξεκάθαρα στο μεσοδιάστημα από τον (όπως έγινε) αποκλεισμό από το Champions League. Το τελικό αποτέλεσμα, το ίδιο βράδυ, 4-0. Προτού, μια χούφτα μέρες πιο μετά, κοπιάσει και το δεύτερο, στη Λιβαδειά.
Το εάν το μαζεμένο μπαρούτι, που ξέρασε ο Ολυμπιακός την μετα- Αρσεναλ βδομάδα, ήταν επίσης αποτέλεσμα ετούτης της συσπείρωσης, που είπε ο κυρ Σάββας βαπτισμένο, στην περίπτωση των ποδοσφαιριστών, ως πείσμα, εγωισμός- σηκώνει μπόλικη κουβέντα. Καταφάσεις και αντιρρήσεις. Υπήρξε, ωστόσο, όλο το πακέτο μια εξαιρετική τροφή για σκέψη: έπαιζε ποδόσφαιρο ο Μόρισον; Ο Τζέιμς Ντιν; Ο Κομπέιν, των Nirvana;

 

Όλοι εκείνοι οι ταλαντούχοι (όπως ο φετινός Ολυμπιακός), που έφυγαν νωρίς απ το μεγάλο πάλκο (όπως ο Ολυμπιακός), προκαλώντας στους πιστούς τους σοκ, προσευχές και αναθέματα προς αόρατα φαντάσματα (όπως ο Ολυμπιακός) και μολονότι δεν πρόλαβαν να ζήσουν τα καλύτερα (όπως ο Ολυμπιακός), άφησαν πίσω την ωραία μνήμη. Ε, μην τα ξαναλέμε. Όπως ο Ολυμπιακός.
Μια μνήμη, που ακριβώς επειδή γλίτωσε απ την φθορά του χρόνου, της ρυτίδας, μολονότι ημιτελής, διατηρήθηκε σαν ανοιχτή επιταγή. Φρέσκια, δίχως ημερομηνία λήξης. Όπως τον Τζιμ δεν τον είδαμε ποτέ του γέρο, έτσι και τον Ολυμπιακό δεν τον είδαμε (πραγματικά) ποτέ αποκλεισμένο. Αν περνούσε, κάποια ώρα, θα τον βλέπαμε. Τώρα, όχι.

 

Τώρα, θα πείτε, τι μας λες, ωρέ μουρλέ; Πως είν καλύτερα που αποκλείστηκε η ομάς; Ριλάξ. Θα ήταν σαν να έλεγα πως ευτυχώς που ο Τζίμαρος (και η άγια παρέα του) έφυγε νωρίς! Απλά παλεύω να εξηγήσω πως, από τη στιγμή που έγινε, η δραματική απολυτότητα που εμπεριέχει η λέξη αποκλείστηκε, δεν είναι μοναχή της. Έχει και καλή παρέα, θετική. Και, πιθανόν, εκμεταλλεύσιμη.
Από τον μύθο που αναπτύχθηκε από το βράδυ της περασμένης Τρίτης (με όλες τις υπερβολές και τους βερμπαλισμούς του), έως τη συσπείρωση (ή πείσμα ή εγωισμός), που μου πε ο κυρ- Σάββας.
Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, στο ποδόσφαιρο υπάρχουν νίκες που λειτουργούνε επιζήμια και ήττες (ή ήττες) που φέρνουνε οφέλη. Κάποια ο Ολυμπιακός ήδη, νομίζω, τα αποκόμισε