Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει

Στη Δημητσάνα και τη Ζάτουνα (ξε)φεύγουμε αρκετά συχνά. Ορεινή Αρκαδία, Γορτυνία. Υφίσταται ζωή εκεί από αρχαιοτάτων χρόνων. Ισως οι περισσότεροι Νεοέλληνες να γνωρίζουν την περιοχή επειδή από εκεί κατάγεται ο Κρατερός Κατσούλης, ο οποίος προτού πάρει κιλά και παντρευτεί είχε μεγάλο σουξέ στο target group 25-45, ή ο Αντώνης Σαμαράς (αμφότεροι από τη Στεμνίτσα). Παλαιότερα οι περισσότεροι γνώριζαν την περιοχή λόγω του Κολοκοτρώνη (Λιμποβίσι, περίπου μισή ώρα από τη Βυτίνα) ή τον Παλαιών Πατρών Γερμανό (Δημητσάνα). Ισως κάποιοι να γνωρίζουν ότι στη Ζάτουνα είχε εξοριστεί (Αύγουστος 1968 – Οκτώβριος 1969) από το καθεστώς των συνταγματαρχών ο Μίκης Θεοδωράκης (το σπίτι σώζεται ακόμη). Γενικά, πρόκειται για περιοχή με πολλά χωριά για να τριγυρνάς αν έχεις κέφι για οδήγηση, με ιστορία βαριά από την περίοδο της Επανάστασης (καταφύγιο και έδρα πολλών κλεφτών, συνάξεις Φιλικής Εταιρείας κ.α), με την Τρίπολη στα 35-50 λεπτά. Μια περιοχή για να καλοπερνάς στην «απόδραση». Αλλοι καλοπερνούν με τα χιόνια τον χειμώνα, άλλοι με την ηρεμία, τον καθαρό αέρα, τις βόλτες, άλλοι με το αμόρε τους, το σούπερ φαγητό, τη φιλοξενία, τη ζεστασιά. Εμείς (ρωτήστε και τον «Κάρπετ» που γουστάρει πολύ το μέρος) περνάμε καλά με όλα αυτά και κυρίως με την παρέα που βρίσκουμε εκεί, αν δεν ξεκινήσουμε «καραβάνι» για το περίπου τριών ωρών ταξίδι.

 

Στην παρέα υπάρχουν παιδιά τα οποία αποφάσισαν να απαρνηθούν την Αθήνα πριν από την κρίση. Παιδιά τα οποία θα μπορούσαν (και ακόμη μπορούν) να αξιοποιήσουν το ταλέντο τους στην μαγειρική εργαζόμενοι σε κάποιο ξενοδοχείο ή εστιατόριο της πρωτεύουσας της Ελλάδας ή της πρωτεύουσας της Αρκαδίας. Δεν το έκαναν. Παιδιά ηλικίας 27-32 που προσπαθούν καθημερινά να περνούν όσο το δυνατόν καλύτερα σ’ ένα χωριό (Δημητσάνα) με όχι περισσότερους από 300 κατοίκους και σε ένα άλλο (Ζάτουνα) με όχι περισσότερους από 70.

 

Ο Χρήστος (ή «Μαμαλάκης της Αρκαδίας») πρόλαβε να εργαστεί στην Αθήνα. Τα παράτησε. Γύρισε πίσω με το πτυχίο της σχολής. Γιατί να μείνει; Για τη διασκέδαση; «Οποτε θέλουμε, κατεβαίνουμε για κάνα μπουζούκι. Γιατί, εσείς, πόσες φορές βγαίνετε κάθε μήνα;» είναι η αφοπλιστική ερωταπάντηση όταν τους θίγουμε το θέμα της ψυχαγωγίας – διασκέδασης. Nova, internet, απ’ όλα έχουν. Δεν αφιερώνει δεκάδες ώρες στο μαγαζί. Εχει πλέον άλλα, αυξημένα καθήκοντα. Ως (ενεργότατο!) μέλος του δημοτικού συμβουλίου!

 

Αντιθέτως, οι αδερφοί του τα δίνουν όλα. Ο Γιάννης που ουσιαστικά «τρέχει» το «Τεύθις» και τον «Θόλο», τις δυο κεντρικές ταβέρνες της Δημητσάνας, μαζί με τον Λάμπη και τον «Βενιαμίν» Σταύρο που εφέτος κατέβηκε στην Αθήνα για να πάρει το πτυχίο μαγειρικής. Μέσα η ηρωίδα μαμά, μέσα η θεία, μέσα και η νονά. Μαγειρεύουν όσα μπορούν, τα υπόλοιπα οι «Μαμαλάκηδες».
«Δεν έχει πολύ κόσμο εφέτος. Ξέρεις ποιοι λείπουν; Οι οικογένειες. Τα ζευγαράκια θα έρθουν, αλλά θα ξοδέψουν λιγότερα. Ίσως τη βγάλουν με γραβιέρα και κρασί το βράδυ στον ξενώνα. Ούτε τα τζιπ λείπουν. Οι οικογένειες δεν ήρθαν φίλε. Ισως να φταίμε και εμείς εδώ, ίσως να έπρεπε να είναι χαμηλότερες οι τιμές, όχι 120 το δίκλινο για μια βραδιά» μου λέει ο Γιάννης, αφήνοντας στην άκρη το all time classic πλαστικό με τον ελληνικό για να ρίξει ξύλα στο τζάκι.

 

Και ο Χρόνης συνυπογράφει: «Φίλε, αν πιάσουμε την κουβέντα για όσα θα μπορούσαμε να έχουμε εκμεταλλευτεί στην περιοχή, δεν θα τελειώσουμε ούτε αύριο. Μόνο αυτό σκέψου, ότι κοτζάμ Μαίναλο δεν αξιοποιείται γιατί ο επιχειρηματίας που έχει κάνει τη σύμβαση με τον Δήμο Τριπόλεως βλέπει τι γίνεται στα Καλάβρυτα και δεν τολμά να επενδύσει».

 

Παρεμπιπτόντως, στο «Ου Μπλέξεις» κουτούκι του Χρόνη που μοιράζεται την εβδομάδα Αθήνα – Ζάτουνα για να πάρει και εκείνος το «χαρτί» του μάγειρα, έφαγε πλουσιοπάροχα και οικογενειακά τις ημέρες των Χριστουγέννων και ευυπόληπτος μέγας και τρανός Ελλην businessman, του οποίου ο όμιλος θριαμβεύει (και) στο χρηματιστήριο τα τελευταία τρία χρόνια που σχεδόν όλοι καταρρέουν. Δεν έχουν τέτοια «κολλήματα» τέτοιου είδους άνθρωποι που δεν αρέσκονται στο θεαθήναι και στην ψευτογκλαμουριά. Σεμνά και ταπεινά με τα αμέτρητα χρήματά τους. Σεμνά και σοβαρά, όπως και οι περισσότεροι από τους «επώνυμους» που πάνε σ’ αυτά τα μέρη. Πάντα, άλλωστε, οι ημι-άγνωστοι νεόπλουτοι ήταν αυτοί που προκαλούσαν

 

Το παλεύει όπως μπορεί και ο Χρόνης. Με άφθονο χαμόγελο, με τόνους θετικής ενέργειας, με αυθεντικό φιλότιμο. Παιδί της γενιάς μας, το οποίο θα μπορούσε να είναι χτίστης στο πλευρό του πατέρα του, όπως έκανε στα 17, να είναι μπάρμαν, d.j, να έχει δική του καφετέρια ή να διευθύνει καφετέριες άλλων στην Τρίπολη. Πριν από έναν χρόνο προτίμησε οριστικά το χωριό. Την απομόνωση, την ψυχική ηρεμία, τον ελάχιστο ύπνο συγκεκριμένες ημέρες του χρόνου, το πάνω – κάτω για τις προμήθειες, τις πληρωμές, το μαγείρεμα, τις ετοιμασίες, τη φροντίδα και του ξενώνα.

 

Δεν ξέρω αν το «οριστικά» για τον Γιάννη, τον Χρήστο, τον Λάμπη, τον Σταύρο και τον Χρόνη θα είναι και «αμετάκλητα». Αλλάζει η ζωή, δεν ξέρεις πώς τα φέρνει. Μια πρόταση, μια κοπέλα, μια προοπτική, μια δοκιμασία, μια πρόκληση, κάτι θηλυκό τέλος πάντων (σίγουρα θηλυκό θα είναι!) ίσως να τους «πάρει» από ΄κει πάνω.

 

Ξέρω, όμως, ότι εκεί ψηλά, μακριά από τη βρωμιά και τη βρώμα της Αθήνας, με κάνουν να αναπνέω τον δικό τους αυθεντικό καθαρό αέρα και να οσμίζομαι μια διαφορετική ζωή που προς το παρόν δεν τολμώ να γευτώ εξ ολοκλήρου.
Μια – δυο τζούρες κάθε δίμηνο εκεί στην ορεινή Αρκαδία, μαζί με ανθρώπους νέους που έχουν αποτινάξει καθετί μίζερο, πιεστικό και ανυπόφορο, γεμίζουν μυαλό, σώμα και ψυχολογία με αντισώματα ικανά απέναντι σε δεκάδες διαφορετικών τύπων ιούς που περιβάλλουν εμάς. Τους εδώ «κάτω»