Δεν χρειάζεται να είσαι πρωταθλητής αλλά ερωτευμένος….

Με ρωτάνε τι είναι αυτό που ωθεί κάποιον να γράψει ένα βιβλίο, με αφορμή τη τρίτη προσπαθεια μου στο χώρο με το «ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ». Απαντάω ειλικρινά πως δεν ξέρω. Μάλλον κάτι που πηγάζει από την εσωτερική ανάγκη να κάνεις μία αυτοκάθαρση. Γράφοντας για βιωματικά πράγματα , λένε πως τα ξαναζείς. Σύμφωνοι, είναι εμπειρία και συναίσθημα από δεύτερο χέρι , ωστόσο και έτσι δεν παύει να είναι λυτρωτική. Αλλωστε το αντικείμενο μας είναι από τη φύση του ωραίο. Και αν αγαπάς τα βιβλία, για την ακρίβεια αν τα λατρεύεις όπως ο υπογράφων , τότε αισθάνεσαι πως το χρωστάς στην ίδια τη ύπαρξη σου πρώτα από όλα. Και επειδή αυτό το βιβλίο αναφέρεται σε αυτούς τους θεούς της Κυριακής, που γέμισαν πολλά από τα δικά μου απογεύματα και φυσικά αποτέλεσαν για χρόνια σημαντικό στοιχείο διαμόρφωση μίας αλλης γηπεδικής κουλτούρας που σήμερα έχει χαθεί, το να μπορέσεις να γράψεις για αυτούς δεν ήταν απλή δουλειά. Ηταν υποχρέωση πρωτα από όλα , στο να συντηρηθούν οι μνήμες κάποιων πραγμάτων και γεγονότων και ο ιστορικός του μέλλοντος να μπορεί να αντλήσει από κάπου στοιχεία. Αλλά επίσης ήταν μία υποχρέωση στον άλλο εαυτό μου, αυτόν που δεν θα γινόταν ποτέ πρωταθλητής παρά μόνο στον ύπνο του, αλλά ξέρει να εκτιμά τον κόπο αυτών που το πέτυχαν και να μην μεμψιμοιρεί. Λένε πως για να νοιώσεις τους πρωταθλητές πρέπει να έχεις βρεθεί στη θέση τους. Λάθος.

 

Αν έπρεπε να έχουμε βιώσει υποχρεωτικά κάτι ώστε να είμαστε σε θέση να γράψουμε σωστά για αυτό, τότε δεν θα υπήρχαν συγγραφείς αλλά μονάχα αυτοβιογράφοι. Ο Ομηρος δεν ήταν ούτε πολεμιστής, ούτε φυσικά Θεός αλλά κατάφερε να αποτυπώσει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια τόσο παραστατικά, ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το αριστουργηματικό «Εγκλημα και τιμωρία» αν και δεν υπήρξε δολοφόνος ο ίδιος. Ο Μαρσέλ Προυστ άφησε τόσο ολοζώντανες μνήμες με βιβλία όπως το «Ηδονές και Μέρες» αν και δεν ήταν ετερόφυλος, όπως αντίθετα ο Αντονι Μπέρτζες κατάφερε να συγκινήσει πολύ κόσμο με το Earthly Powers ( ένας συγγραφέας που οι πιο πολλοί ξέρουν από το Κουρδιστό Πορτοκάλι) αν και δεν ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Ο Τζέιμς Τζόις χωρίς να είναι γυναίκα , εισχώρησε μέσα στο κόσμο της Μόλι Μπλουμ, στο τελευταίο κεφάλαιο του «Οδύσσέα» εκεί που η ηρωίδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τον άνδρα της σκέφτεται και αναρωτιέται.

 

Μη πάμε όμως μακριά. Στα δικά μας χωράφια , ο Αρίγκο Σάκι αναλαμβάνοντας το 1987 τη Μίλαν του Μπερλουσκόνι και έχοντας δουλέψει μόνο σε ομάδες τρίτης κατηγορίας, ρωτήθηκε αν θα είναι ντεζαβαντάζ για αυτόν το ότι δεν είχε παίξει ποδόσφαιρο. «Δεν ήξερα πως πρέπει να έχεις προυπάρξει άλογο για να γίνεις τζόκει» ήταν η εύστοχη ατάκα του. Κάθε φορά που αναρωτιέμαι μήπως έχουν δίκιο οι ισχυριζόμενοι πως τον αθλητή μπορεί να τον πλησιάσει πιο πολύ κάποιος που έχει νοιώσει τα ίδια συναισθήματα σκέφτομαι τα λόγια αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου. Οχι, για να καλύψεις κάτι σωστά δεν πρέπει να είσαι ειδικός αλλά ερωτευμένος. Τελεία και παύλα. Πρέπει να αγαπάς αυτό που κάνεις, να αγαπάς τον αθλητή, να αγαπάς το σπορ. Να αγαπάς γενικά το να βλέπεις την προσπάθεια ενός ανθρώπου προικισμένου από την φύση και να καταφέρνεις μετά να γίνεσαι τα μάτια και τα αυτιά, οι αισθήσεις γενικότερα αυτού που θα διαβάσει αυτό που έγραψες , θα ακούσει αυτό που είπες και δεν είχε τη δική σου τύχη να είναι εκεί, την στιγμή που γραφόταν η ιστορία.

 

Εμένα οι μοίρες ήταν καλές μαζί μου. Μου χαμογέλασαν απλόχερα και μου έκλεισαν θέση , εκεί, δίπλα στους πρωταγωνιστές σε πολλά σημαντικά γεγονότα. Και τα βράδια που έγραφα το βιβλίο, πήγαινα πίσω νοερά, ξαναζούσα στις στιγμές και ένοιωθα αυτή τη ζεστασιά που προσφέρει το οικείο. Βρήκα λοιπόν τι με ώθησε και έγραψα το βιβλίο. Ο έρωτας. Για όλα αυτά που αγάπησα και για όλα αυτά που χάρη σε κάποια ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ μπόρεσα και έζησα. Καλά Χριστούγεννα και καλή δύναμη. Τη χρειαζόμαστε όλοι.