Τελευταία έξοδος: Δημήτρης Ελευθερόπουλος

Ενδεχομένως έχει να κάνει με την ορθόδοξη ανατροφή μας, ίσως πάλι με την αυτολογοκρισία μας. Όπως και να έχει η αλήθεια είναι πως στο γυναικείο λεξικό σπανίζουν οι υπερθετικοί. Οι καταλήξεις σε –άρα, εξοβελισμένοι στο πυρ το εξώτερο, ενεργοποιούνται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τύπου «έπαθα κρισάρα». Ο υπερθετικός είναι αρσενική υπόθεση και αυτό δεν είναι φεμινιστική ιαχή, αλλά μια πραγματικότητα. Στο ταμπού υπάρχει αστερίσκος και αφορά το άκλητο «Μητσάρας».
Ο «Μητσάρας» κυριαρχεί χωρίς ενοχές και στα δύο «στρατόπεδα».

 

Στον μυστικό κώδικα επικοινωνίας των κοριτσιών απαντάται στον άντρα copy/paste. Εκείνον που έχει αντιγράψει δυό καλές ατάκες από το σινεμά, πέντε από τους φίλους του, διαλέγει για πρώτο ραντεβού ένα εστιατόριο που σίγουρα θα έχει δυο τρεις γνωστούς να χαιρετίσει και επιμένει να έρθει να σε πάρει από το σπίτι ώστε μετά να σε επιστρέψει-, και στις επιστροφές πολλά συμβαίνουν. Δεν είναι κακός ο Μητσάρας, αλλά κλινοπάλη με παρακαλετό δεν γίνεται.

 

Στον αντρικό, ταλιμπάν κόσμο ο Μητσάρας είναι σπουδαίος. Γίγαντας και παλικάρι, κάτι από Ράσελ Κρόου και ολίγον από Αλέφαντο, καρδιά μεγάλη και αρχηγός, λιγότερο φολκλόρ από έναν Μήτσο, αλλά περισσότερο από έναν Τάκη.
Ο Δημήτρης Ελευθερόπουλος είναι μια διαφορετική κατηγορία Μητσάρα. Όσοι τον αγάπησαν και τον αγαπούν, δεν τον αποκάλεσαν αλλιώς και πρώτα από όλα η εξέδρα.

 

Βεβαίως μπορείς να πεις πολλά για το ποδοσφαιρικό του ταλέντο. Την εκρηκτικότητά και τα αντανακλαστικά του, τις εξόδους του –ναι τις εξόδους του!-, το πέναλτι του Νίστελρόι που έπιασε με σπασμένο δάχτυλο στο Όλντ Τράφορντ, την τριπλή απόκρουση στο Τορίνο ή εκείνη πέρσι με την Καβάλα, τις θεατρικές εκτινάξεις του -διότι τι άλλο να χειροκροτήσεις σε έναν ποδοσφαιριστή που είναι «καταδικασμένος» να στέκεται ακίνητος κάνοντας ένα βήμα μπροστά και δύο πλαϊνά.
Εννοείται πολλά μπορείς να πεις και για τις άσχημες στιγμές του. Κι αν για κάποιους αυτές ξεκινούν και τελειώνουν στο καταραμένο λεπτό του Κόντε, για τους κάποιους άλλους είναι η συλλογή των γκολ του Ντέμη Νικολαϊδη.

 

Άλλα τόσα μπορείς να πεις για την προσωπικότητα του Δημήτρη Ελευθερόπουλου, που δίχασε ακόμα και ορκισμένους φίλους. Επικοινωνιακός με όρους ροκ σταρ, άρθρωσε λόγο που ξεπερνούσε το αιθάλες «κοιτάμε το κάθε παιχνίδι ξεχωριστά», ενώ δεν φοβήθηκε το life style μια εποχή που χρειαζόταν νέους ήρωες από μια νέα δεξαμενή. Αν η αστερόσκονη της γκλαμουριάς του πήρε τα μυαλά αφορά τον ίδιο και όσους τον βάφτισαν σεξ σίμπολ, αλλά και ο ίδιος δεν φάνηκε να αγανακτεί με τις φιλοξενίες του στα εβδομαδιαία περιοδικά έχοντας στο μπράτσο του ωραίες και επώνυμες. Ωστόσο η συμπεριφορά δεν άρεσε ούτε σε όσους η λογική τους παρέμενε στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

 

Λιγότερα μπορείς να πεις όταν τα πράγματα ζόρισαν και ο Ελευθερόπουλος στοχοποιήθηκε για το Βατερλό του Τορίνο. Αντίθετα ενδεχομένως στη φύση του επέδειξε στωικότητα μοναχού ή διπλωματία ακολουθού του Υπ. Εξωτερικών –εσείς διαλέγετε-, ακόμα κι όταν σε μια πρωτόγνωρη ενέργεια η διοίκηση Κόκκαλη έβγαλε τα συμβόλαια του στη δημοσιότητα θέλοντας να τονίσει ποιος ξέρει τι. Ο τρόπος που ο Ελευθερόπουλος έφυγε από τον Ολυμπιακό ήταν άγριος, όχι απλά για ένα παιδί που βγήκε από τα σπλάχνα της ομάδας, αλλά για οποιοδήποτε επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Εκείνος δημοσίως ποτέ δεν καταφέρθηκε εναντίον παραγόντων και αυτή έμελλε να γίνει μια ακόμα από τις ειδοποιούς διαφορές Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού. Τα παιδιά της Παιανίας δεν παρέλειπαν να ρίχνουν σπόντες για την «αχαριστία» της πράσινης διοίκησης, ενώ οι παραπονεμένοι του Πειραιά δεν ζητούσαν ούτε τα χρωστούμενα διαιωνίζοντας μια περίεργη ομερτά (..μέχρι τον Λουτσιάνο Γκαλέτι). Ποιος έχει δίκιο δεν έχει καμία σημασία, ούτε αν ο Δημήτρης Ελευθερόπουλος με το «όσα έγιναν το καλοκαίρι κατάφεραν να “παγώσουν” ένα μεγάλο μέρος από την αγάπη μου» εννοεί το σκάνδαλο των στημένων ή τους λόγους που δεν του επιτράπηκε να επιστρέψει στον Ολυμπιακό να κλείσει την καριέρα του όπως του άξιζε, στο Καραϊσκάκη.

 

Η ιστορία δεν ξαναγράφεται όποιος κι αν το επιθυμεί. Και μια ιστορία χωρίς υποσημειώσεις δεν έχει ποτέ ενδιαφέρον. Από υποσημειώσεις στην καριέρα του Ελευθερόπουλου άλλο τίποτα, με πρώτη και καλύτερη εκείνη στο ΟΑΚΑ και την αναμέτρηση με την Λίβερπουλ, που επέλεξε να ανοίξει διάλογο με τον κόσμο. Λάθος. Η μάζα έχει πάντα δίκιο, κι όταν χειροκροτεί κι όταν γιουχάρει, ακόμα και αν θυμίζει ζηλιάρα γκόμενα.

 

Πολλά μπορείς να πεις για τον Δημήτρη Ελευθερόπουλο κι όλα σχεδόν στον υπερθετικό. Γιατί αυτός είναι ο βαθμός που χρησιμοποιείς όταν μιλάς για σταρ. Και ο Μητσάρας ήταν σταρ –και μάλιστα αυτόφωτος. Αν αυτό του βγήκε σε καλό μόνο ο ίδιος το ξέρει, αλλά το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο.