Ποιος μου πήρε τα Χριστούγεννά μου;

Χρόνια τώρα, θεωρούσα πως, για το γεγονός ότι «δεν καταλάβαινα» Χριστούγεννα, έφταιγε η δουλειά. Τα αφιερωματικά δισέλιδα –παραγγελιές για το διπλό το φύλλο, που κλείναμε ξημερώματα 24. Οι ανασκοπήσεις, οι «Ενέδρες», οι καζαμίες, τα λοιπά δημοσιογραφικά εδώδιμα «ψυγείου», που έπρεπε να στολιστούν γουστόζικα με γιρλάντες μελανιού.
Πού καιρός, λοιπόν, για βόλτες ως το Σύνταγμα (έτσι, για να μπεις λίγο στο κλίμα), με το άχαρο, μεταλλικό θεριό για δέντρο; Γράψιμο! Και άσ’ τα πλακώστρωτα ανταμώματα με τους ατσούμπαλους Αγιοβασίληδες και τα μικρά, «για το καλό» στολίσματα στο σπίτι, για τους άλλους. Τους «κανονικούς». Που δεν γύριζαν στο σπίτι και το βρίσκαν’ αδειανό, με τους δικούς τους, φωνές, μονάχα, μέσα απ’ τη γραμμή του τηλεφώνου.
Και το διήμερο – τριήμερο ρεπό; Α, εκεί έβγαζε τη μουσούδα απ’ την τρύπα το καλικαντζαράκι των «χαμένων ρεπό». Είκοσι μέρες, τώρα (15 το σωστό, αλλά πάντα, νόμος, μπαίνει plus καμιά ‘βδομάδα, για να κάνει πιο εντυπωσιακή την γκρίνια), και δεν πήρα ένα. Οπότε; Ώρα, για ύπνο, ξάπλα και φαί.
Οκτώ στις δέκα, απ’ το τάπερ της μανούλας, που ‘χε φθάσει προ διημέρου με το ΚΤΕΛ. Μαζί με κάτι ταλαιπωρημένους κουραμπιέδες, που, απ’ το πολύ «ξεσκόνισμα» στο κούνημα του δρόμου, αντί για έδεσμα πασπαλισμένο μ’ άσπρη άχνη, έμοιαζαν, πλέον, με κακογραφία alter ego της καράφλας του Μπουμσόνγκ!
Κάπως έτσι κύλησαν τα χαμένα μου Χριστούγεννα. Ένα, δύο, πέντε, οκτώ… Μεγάλωσαν κι αυτά, όπως τα χρόνια μας. Με «κατασκευασμένα» άλλοθι και βολικές δικαιολογίες. Η δουλειά… Ώσπου, τα ‘φερε η ζωή και γύρισα νησί…
Χριστούγεννα, παραμονές, στον «νέο κόσμο»… Ψάξιμο για λίγο απ’ το Χ-mas φως, που είχα λησμονήσει. Η πρώτη κίνηση, μηχανική, από παιδί: μια ματιά, απ’ το παράθυρο στο μέσα δώμα, της γιαγιάς. Από εκεί, έκανα τα πρώτα μου τα ρεπορτάζ. Είχε το προνόμιο να «βλέπει» κάτω, στον κεντρικό το δρόμο και τη μεγάλη πλακόστρωτη πλατεία («το πλακάδο του Αγιού», όπως μας το ‘μαθαν), όπου συνέβαιναν τα πάντα. Λιτανείες, συναυλίες, συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις. Και στις γιορτάδες, μόστραρε ο Δήμος ένα μεγάλο έλατο, γιομάτο μπιχλιμπίδια. Και πού και πού, άραζε κι ένα fake έλκηθρο, μ’ έναν χοντρομπαλά με κόκκινη στολή και πόζαραν τα πιτσιρίκια μέσ’ το γούστο. Μα, τώρα…
Τίποτα. «Ξερό» και άδειο το πλακάδο. Κρύο και άδειο μάρμαρο. Και μοναχός του ο Θεοτόκης (ο πρώτος Κερκυραίος Έλληνας πρωθυπουργός), όρθιος στο άγαλμα, αγκαλιά με το σκοτάδι (σαν πέρναγε η ώρα), που δεν βρέθηκαν, εφέτος, λαμπιόνια να στολίσουν.
Εφέτος; Μπα… «Πάνε κάτι χρόνια που δεν στολίζουν τίποτα», μου είπε ο αδελφός μου. Γιατί; Δεν ήξερε. Μια ιστορία, μονάχα, μου ξεφούρνισε, από πέρσι, όταν ένας βουρλισμένος γείτονας μάζεψε κάτι σακούλες σκουπιδιών απ’ τη γωνία (οι γιορτές, βλέπεις, είχαν πέσει πάνω στην απεργία των οδοκαθαριστών), τις έβαλε στα πόδια απ’ το άγαλμα, φόρτωσε και κάτι γιορτινά μπαλόνια κι έχτισε «τύμβο» εορτών! H επανάσταση των καμμένων λαμπιονιών…
Η βόλτα μέσ’ την πόλη δεν έκανε το σκηνικό λιγότερο δυσάρεστο. Ελάχιστη διακόσμηση, ξεθωριασμένα χρώματα, ξεθυμασμένα αρώματα… Μια μέρα σαν τις άλλες, που, τάχα μου, ξεγελούσε την αδειανή χριστουγεννιάτικη σάρκα της με κάτι προκάτ «φωτιστικά», αμφίβολης αισθητικής, σκαρφαλωμένα βιαστικά στους φωτεινούς σηματοδότες. Όλο κι όλο…
Βράδυ 23 Δεν μπορεί, αύριο θα ξυπνήσω, το λιγότερο, απ’ τον ήχο κάποιου τρίγωνου. Το περισσότερο, απ’ τα κοντράτα κάποιας αυτοσχέδιας παρέας, που θ’ ανακάτευε (το κάναμε κι εμείς…), ελαφρώς ακούρδιστες, κρουστές και χάλκινες ευχές, κόρνο και ταμπούρο, με δανεικά τα όργανα της όποιας Φιλαρμονικής. Καλά…
Σηκώθηκα αργάμιση, απ’ τον αβάσταχτο λυρισμό, μονάχα, μιας τηλεφωνικής «γκαρίδας» του πατέρα μου, «σήκω ρε κι έλα για φαί». Όχι ακριβώς ο τρόπος που περίμενα. Και, ασφαλώς, ελάχιστα χριστουγεννιάτικος. Μα, καλά, δεν ήρθε κανένας για τα κάλαντα; Ερώτησε με ίχνη αγωνίας. Ήρθαν, μου είπαν, δύο. Ένα γειτονόπουλο και μια ανιψιά της μάνας μου. Κατάλαβες, «στημένο» πράμα. Μα κι έτσι, λίγο, ελάχιστο, καθόλου.
Ανήμερα Χριστούγεννα… Χτύπημα καμπάνας και «Χριστός γεννάται σήμερον». Σκάω χαμόγελο. Επιτέλους, λίγη «αύρα». Πιάνω κινητό, τρία μηνύματα. Ωραία, σκέφτομαι, χριστουγεννιάτικες ευχές. Ήταν, στο περίπου. Γιατί κάποτε ευχόμασταν υγεία. Ευτυχία. Προκοπή. Και πού και πού, μεταξύ μας οι παλιόφιλοι, και κάνα σόκιν, ψιλοφαλλοκρατικό για το… ντούρο 2000 τάδε. Τώρα, κουράγια. Αντοχές. Το μη χειρότερα. Γαμώτο…
Αναλαμβάνω δράση, στέλνω μόνος μου. Από ανάγκα να ακούσω. Ένα, δύο, πέντε… Απάντησαν μόνοι οι μισοί. Οι υπόλοιποι, στο facebook. Εκεί, λέει, δεν πληρώνεις 0,70 το SMS.
Μπόλικα τα εισερχόμενα, αρχίζω να τ’ ανοίγω. Μήνυμα πρώτο: Ο τάδε posted in Singapore Sling. Ο άλλος, in Manchester Unites Hellenic Supporters Club. Ο τρίτος, invites me to play poker. Mωρ’ είσαστε καλά; Χριστούγεννα, ανάθεμα! Χέστηκα και για τις… Σιγκαπούρες και για τα χαζοπαίχνιδα και για την Boxing Day των σπυριαρέων ασπρομούρηδων! Χρι-στού-γεν-να! Το «κάψιμό» μου, μέσα…
Ένα γρήγορο τηλέφωνο σε φίλο: «Πες ρε, θα κάνουμε τίποτα μετά;». Σιωπή δευτερολέπτων και απάντηση σε τέμπο δίχως φόρτε. «Μπα… Έχω αράξει με τους δικούς μου σπίτι, δεν μας πλήρωσαν κιόλας απ’ τη δουλειά… Άστο για Πρωτοχρονιά, καλύτερα…». Τουτ, τουτ…
Καναπές. Αράζω μπροστά απ’ την τηλεόραση, με τα πόδια απλωμένα στο μαόνι με τα τέσσερα ποδάρια και το χειροκέντητο σεμέν (όποιος πει ότι δεν έχει σπίτι τραπεζάκι με σεμέν, να του καούνε τα κουστούμια…). Παρά «καθόλου Χριστούγεννα», καλύτερα «τηλε- Χριστούγεννα».
Πρώτο κανάλι ζάπινγκ, πέφτει πάνω σε απεργία. Καλά αρχίσαμε… Δεύτερο, τρίτο… Ωχ, τι είν’ τούτο; Μέρι Πόπινς; Merry Christmas! Επιτέλους, να και κάποιος που επιμένει να κουβαλάει μέσα του το πνεύμα της γιορτής. Και να φανταστεί κανείς πως ως εψές, το θεωρούσα άσμα λούμπεν αμερικανιάς, λαϊκή υποκουλτούρα, παραμυθάκι ανόητο. Ο ανόητος….
Με «πόνεσαν» ετούτα τα Χριστούγεννα. Περισσότερο απ’ τα χαμένα της Αθήνας. Γιατί τώρα, τα αφιερώματα ήταν στο ντουλάπι. Οι καζαμίες συρταρωμένοι μέσ’ το νοσταλγικό πατάρι απ’ το «κάποτε». Και οι κουραμπιέδες της μανούλας (δίχως τάπερ), βαστούσανε την άχνη τους, δίχως ζαλάδες εθνικής οδού.
Με «πόνεσαν» ετούτα τα Χριστούγεννα. Γιατί τώρα, περίμενα το πότε θα ζυγώσουν. Για να θυμηθώ. Κάποιο παιδί, που κάποτε, άρχισε να κλείνει ομάδα για τα κάλαντα από Νοέμβρη μήνα. Έτρεχε να αγοράσει μόνο του στολίδια για το σπίτι. Και δέντρο, το καλύτερο. Και θύμωνε σαν έβλεπε την Μέρι Πόπινς στο γυαλί. Γιατί ένιωθε πως κουβαλούσε μέσα του περισσότερο γιορτάσι απ’ τον καθένα.
Με «πόνεσαν» ετούτα τα Χριστούγεννα. Να φταίει, άρα (μοναχά) η κρίση; Ο φόβος του πεινασμένου πρόσφυγα (στον τόπο του ή μη) με το μάτι στυλωμένο κάτω απ’ το τρίγωνο, στο τσαντάκι με τα κέρματα του μπόμπιρα; Το «αδελφέ μου, μεγαλώσαμε»; Η γενικότερη λογική του «δεν» στην Ελλάς του 2000 (συν 11);
Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω, είναι αυτό. Πως ό,τι και να φταίει, όποιος και να φταίει, τον κακό που μου πήρε τα Χριστούγεννά μου, κάποια μέρα θα τον βρω. Και, άμα τον βρω, Άγιε μου Βασίλη…