Are you (not) talking to me?

Για τους περισσότερους είναι διασκέδαση, δύο ωρίτσες με ποπ-κορν, για κάποιους προβληματισμός
Για μένα ο κινηματογράφος ήταν ανέκαθεν απόδραση. Με τον καιρό μάλιστα βρήκα τις ταινίες που πρέπει να έχω πάντα εύκαιρες στο σπίτι, για να τις επιστρατεύω σε ώρα ανάγκης. Για παράδειγμα, όταν αναζητούσα ελπίδα, έβλεπα και ξανάβλεπα το «Shawshank Redemption», ίσως την πιο feel-good ταινία με θέμα τη ζωή στη φυλακή. Οταν ήμουν στενοχωρημένη, ανέτρεχα στο «Guess who’s coming to dinner», την ταινία που σου μαθαίνει ότι η αγαστή συνεργασία μυαλού, καρδιάς και ενστίκτου λύνει προβλήματα φαινομενικά δυσεπίλυτα.

 

Οταν «φόρτωνα» με τον επαγγελματικό μου χώρο σε σημείο να αναρωτιέμαι γιατί έμπλεξα με τη δημοσιογραφία, παρακολουθούσα την αιτία του «κακού», το «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» ή το «The network», και ηρεμούσα. Οταν ήμουν μπαϊλντισμένη από καθημερινές σκοτούρες, αρκούσε το «It happened one night» με τον Κλαρκ Γκέιμπλ ή το «Come September» με τον Ροκ Χάντσον και την Τζίνα Λολομπρίτζιτα ή το «Πάρτυ» με τον Πίτερ Σέλερς για να ανέβει η διάθεσή μου.

 

Και η καλύτερη διασκέδαση σε Σαββατοκύριακα; Με παρέα στο σπίτι, τζάκι αναμμένο και στο βίντεο να διασταυρώνονται τα φωτόσπαθα του «Πολέμου των Αστρων» ή να παίζουν οι περιπέτειες του Τζέισον Μπορν, του Ιντιάνα Τζόουνς, του Χάρι Πότερ, του «Αρχοντα των δακτυλιδιών», της οικογένειας Κορλεόνε, με μία, δύο ή και τρεις ταινίες τη φορά
Ολες αυτές οι στιγμές μου ήρθαν στο μυαλό, όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους του «The Artist». Μια ταινία νοσταλγική και μοντέρνα ταυτόχρονα, αστεία και δραματική, γλυκιά και πικρή, άσπρη και μαύρη, φωτεινή και σκοτεινή, με την πιο εκκωφαντική σιωπή που υπάρχει, μου υπενθύμισε όλες τις φορές που ανέτρεξα στο σινεμά για να έρθω στα ίσια μου. Και, παρακολουθώντας αυτό το «διαμάντι», ένιωσα ότι η σχέση μου με τον κινηματογράφο (εγώ ως βουβός ασθενής και αυτός ως λαλίστατος ψυχαναλυτής) ανανεώθηκε. Το «ερωτικό γράμμα» του Μισέλ Χαζαναβίσιους στο Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’20, γυρισμένο στην εποχή του «Avatar» και των 3D ταινιών, με καθησύχασε πως –ό,τι κι αν συμβαίνει τριγύρω- θα μπορώ πάντα να καταφεύγω σε μια σκοτεινή αίθουσα παρκάροντας την πραγματικότητα απ’ έξω για δύο ωρίτσες