Χριστούγεννα στη Φιλιππιάδα

Η βροχή πέφτει στα μεταλλικά κάγκελα των δίχως αισθητική πενταόροφων αποκρουστικών πολυκατοικιών με εκνευριστική συνέπεια. Η υγρασία κάνει το κορμί να μαζεύει, να δυσκολεύεται να κλείσει μάτι τις βαριές, μεγάλες νύχτες όπου μόνο ο αέρας σπάει τη ησυχία του χειμώνα. Η καπνιά από τα μονίμως αναμμένα τζάκια συμπληρώνει την εικόνα με την απαραίτητη μυρωδιά.

Τα Χριστούγεννα στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα της Φιλιππιάδας έχουν μάλλον τον χαρακτήρα της ψυχαναγκαστικής ευφορίας. Δεν έχει να κάνει με την κρίση. Στην έτσι κι αλλιώς φτωχική Ήπειρο οι συνέπειες της ύφεσης δεν είναι ακόμα αισθητές. Εκτός ίσως από τα Γιάννενα.

 

Στο «χωριό», έτσι το λέμε για να πείθουμε κυρίως τους εαυτούς μας, οι δουλειές που υπήρχαν εξακολουθούν, κατά κανόνα, να υπάρχουν. Ο κόσμος, όμως, είναι ασυναίσθητα μαζεμένος. Παίζει «άμυνα» που λένε και οι επιχειρηματίες, σαφώς επηρεασμένος από όσα ακούει από την τηλεόραση. Την πιο μόνιμη και από τη βροχή συντροφιά του. Ακόμα και στις βραδιές των «ρεβεγιόν», ο πιο κεφάτος καλεσμένος είναι ο Σπύρος Παπαδόπουλος της ΝΕΤ. «Στην υγειά μας» και χρόνια πολλά.
Η τοπική αγορά φυτοζωεί. Πού όρεξη για δώρα; Είναι τώρα καιρός για σπατάλες; Η γιορτινή διάθεση εξαντλείται στις ανακαινισμένες καφετέριες με τα φαντασμένα ονόματα, στην κεντρική πλατεία του «χωριού». Εκεί συναντώνται όλες οι… φυλές της Φιλιππιάδας.

 

Εφηβοι που ασφυκτιούν μέσα στην… υποχρέωση να βλέπουν κάθε μέρα τα ίδια άτομα, δίχως να έχουν την ελευθερία να φλερτάρουν ή να… παίξουν γιατί «ποιος ξέρει τι θα πει ο κόσμος».
Φοιτητές που γυρίζουν για λίγες μέρες στο πατρικό και συναντούν παλιούς φίλους.
30άρηδες που αμολούν τα παιδιά αναζητώντας μισή ώρα ηρεμίας.
«Σημαιοστολισμένες» μαμάδες που αμολούν τα παιδιά και με μελετημένες κινήσεις τρέχουν ανά διαστήματα από πίσω τους για να τις δει ο κόσμος. Και φυσικά να δουν και εκείνες και να σχολιάσουν γυρνώντας σπίτι.
50άρηδες που η μοναξιά και ή έλλειψη συντροφιάς το βράδυ που γυρίζουν σπίτι, τους έχει τσακίσει το ηθικό και τους βγαίνει σε – απολαυστικό για τον παρατηρητή – κυνισμό.
Σκαμμένους από τη ζωή στα χωράφια, αλλά παρήγορα ακμαίους παππούδες που θέλουν απλώς να πιουν το τσιπουράκι ή τον ελληνικό τους όπως έχουν μάθει να κάνουν από τότε που θυμούνται τον εαυτό τους.

 

Πέρα από τις καφετέριες, τα μόνα μαγαζιά που δουλεύουν σχεδόν πάντα είναι το κοσμηματοπωλείο της πλατείας, αφού «ο χρυσός είναι επένδυση» και το σούπερ μάρκετ. Παραμονή Χριστουγέννων, τα ράφια με τα ποτά έδιναν εικόνα πολέμου. Άδεια.
Μη σας ξενίζει αυτό. Εδώ στη Φιλιππιάδα όπως και σε αρκετές επαρχιακές κωμοπόλεις το ποτό είναι συνοδοιπόρος ζωής. Δε νοείται μέρα χωρίς έστω ένα ουισκάκι.

 

Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, λογίζονται ως η απενοχοποίηση της υπερκατανάλωσης. Μια ευκαιρία για έξτρα κραιπάλη. Τα ντουλάπια γεμίζουν μπουκάλια – πρώτο σε προτίμηση το Dimple – και το γυαλί φαρμάκι. Είναι μια διέξοδος. Καμουφλάρει τα διαφορετικά για κάθε γενιά προβλήματα και βοηθούν το στόμα να φλυαρεί ακατάπαυστα και δίχως νόημα. Μακάρια.
Κάποτε στις κουβέντες, στις οποίες συμμετείχα ως ο δημοσιογράφος από την Αθήνα, κεντρικό πρόσωπο ήταν ο Μαρινάκης, ο Κόκκαλης, ο Βαλβέρδε (ναι, οι Ολυμπιακοί είναι συντριπτικοί πλειοψηφία). Πλέον λίγοι είναι όσοι έχουν τη διάθεση να μιλήσουν για μπάλα. Δεν τους αδικώ. Ούτε εγώ έχω.

 

Είναι Χριστούγεννα. Είμαι κι εγώ στην πλατεία. Σκαστός από την κόρη μου. Δίπλα σε ένα ζευγαράκι που χαζεύει στο internet. Σε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που αμίλητοι, δίχως η σιωπή να είναι πια αμήχανη, πίνουν το καφεδάκι τους.
Το όλο σκηνικό σίγουρα μοιάζει ζοφερό. Κι όμως, για έναν περίεργο λόγο δεν είναι. Εμείς οι επισκέπτες περνάμε καλά. Βοηθά ο συνδυασμός οικογένειας, φίλων, καλής παρέας, ζεστασιάς, σπιτικού φαγητού δίπλα στο τζάκι. Η απόδραση από την ασύγκριτα πιο καταθλιπτική Αθήνα. Είναι ζεστοί εδώ οι άνθρωποι. Επιφυλακτικοί στην αρχή, παρεξηγήσιμα ειλικρινείς, αλλά έτοιμοι να σου δώσουν ό,τι έχουν μόλις σε γνωρίσουν. Εχουν βρει το δικό τους τρόπο να περνούν καλά. Ή έστω να πείθουν τον εαυτό τους πως το κάνουν.

 

Οσοι μπροστά από μια οθόνη στην Αθήνα πνίγεστε από αυτή την επαρχιώτικη εσάνς, μη στεναχωριέστε. Κανένα από τα εκλεκτά μέλη των φυλών της Φιλιππιάδας δε θα αντάλλασε αυτή τη μονότονη ρουτίνα για να έρθει στην Αθήνα. Ακόμα και τα νέα παιδιά. Όπως η Μπέτυ. Σπούδασε στην Αθήνα. Πολιτικός μηχανικός. Εζησε στην καρδιά της πόλης, είχε προοπτικές καριέρας και παρέες, μα τα παράτησε όλα. Γύρισε στον τόπο της. Πλέον είναι στα Γιάννενα. Παίρνει λιγότερα λεφτά, μα είναι χαρούμενη. Προβληματισμένη για το μέλλον της, αλλά χαμογελαστή. Η ψυχολογική υγεία τη βοηθά να λάμπει. Δεν γυρίζει πίσω μολονότι της προτάθηκε. Επίσης, δεν την αδικώ. Οποιος και οποιονδήποτε έχει τη δυνατότητα να φύγει από την Αθήνα και την αρπάζει. Δίχως δεύτερη σκέψη.

 

Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Πάω και εγώ να πιω κανένα τσιπουράκι.