To παράδειγμα της Γιούβε και ο προγραμματισμός

Και οι δύο προέρχονταν από καταστροφικές χρονιές. Έτσι λέγονται οι χρονιές στις οποίες, δύο, μεγαθήρια του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, η Γιουβέντους και η Λίβερπουλ εν προκειμένω, καταφέρνουν να μείνουν εκτός Ευρώπης. Όχι μόνο εκτός των χρυσών ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ αλλά και εκτός του “παρηγοριά στον άρρωστο” Γιουρόπα Λιγκ. Για να μην παρεξηγηθώ, για αυτές τις δύο ομάδες και για την ιστορία που κουβαλάνε στην πλάτη τους, το Γιουρόπα Λιγκ φαντάζει ολίγον τι τσουρούτικο. Ωστόσο, τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, η μία προελαύνει και η άλλη προβληματίζει. Η μία αξιοποιεί την ευκαιρία και η άλλη την κλωτσά.

 

Στη Γιουβέντους έκαναν πολλά λάθη την τελευταία δεκαετία. Το σκάνδαλο Calciopoli, η φυλάκιση του Λουτσιάνο Μότζι, ο υποβιβασμός στη Serie B είναι πράγματα που δε μπορούν να περάσουν απαρατήρητα. Ειδικά όταν μιλάμε για τη Γιουβέντους, τη “Μεγάλη Κυρία” της Ευρώπης, την ομάδα που έκανε ότι ήθελε στις διασυλλογικές διοργανώσεις της ΟΥΕΦΑ τη δεκαετία του ‘90. Η αφαίρεση του Πρωταθλήματος το 2006 ήταν το κερασάκι στην τούρτα της αποτυχίας.

 

Την περσινή χρονιά και οι δύο ομάδες, όπως ειπώθηκε και πιο πάνω, κατάφεραν να μείνουν εκτός Ευρώπης. Αυτό, το γεγονός, αφού περάσει η περίοδος της εσωστρέφειας, της ενδοσκόπησης και της καζούρας από τους αντιπάλους για τη ντεκαντέντσια της εκάστοτε ομάδας, μπορεί να σε βγάλει πιο δυνατό και πιο σοφό. Να σε σκληρύνει, να σε ωριμάσει, να σε κάνει καλύτερο. Πολλές φορές μάλιστα (όπως τη φετινή χρονιά για παράδειγμα) ο σωστός προγραμματισμός μπορεί να σε κάνει πιο έτοιμο από τους αντιπάλους, οι οποίοι θα έχουν επιπρόσθετη κούραση από τα μεσοβδόμαδα Ευρωπαϊκά παιχνίδια. Αυξάνεις έτσι τις δυνατότητες διάκρισεις. Προσέχεις για να έχεις. Ένα γνωμικό που φαίνεται να έχουν μάθει απέξω κι ανακατωτά φέτος στο Τορίνο, όχι όμως και στο Μέρσεϊσάιντ (με δύο τόνους).

 

Οι Γιουβεντίνοι επένδυσαν σε δικά τους παιδιά. Σε Ιταλούς. Σε παίχτες που ήξεραν την ιταλική πραγματικότητα. Δεν έκαναν πειράματα σαν τα προηγούμενα χρόνια. Δημιούργησαν έναν κορμό παιχτών που στελεχώνει την εθνική ομάδα της Ιταλίας. Στη Λίβερπουλ έπραξαν, πάνω κάτω, το ίδιο. Αγόρασαν παίχτες από το Νησί, παίχτες της εθνικής Αγγλίας (όχι τους βασικούς αλλά ελπιδοφόρους) που ίσως τη στελεχώσουν στο μέλλον. Τους Μότα, Μπαρτσάλι, Κουαλιαρέλα, Μάτρι, Τζιακερίνι κ.α. πήραν οι μεν, τους Άνταμ (Σκωτσέζος), Χέντερσον, Κάρολ και Ντάουνινγκ κ.α. οι δε. Δεν εξετάζουμε τα ποσά που δαπανήθηκαν, δεν είναι αυτός ο σκοπός του κειμένου.

 

Τα ηνία του πάγκου τα έδωσαν και οι δύο ομάδες σε δικούς τους προπονητές. Σε δικά τους παιδιά που ήξεραν τα αποδυτήρια και τις εσωτερικές καταστάσεις. Οι Ιταλοί έδωσαν τα κλειδιά στον Αντόνιο Κόντε, μετά το επιτυχημένο αγροτικό του στην Μπάρι, την Αταλάντα και τη Σιένα και έτσι αντικατέστησαν το μέγα λάθος που λεγόταν Λουίτζι Ντελνέρι. Οι Άγγλοι, από τη δική τους πλευρά, μονιμοποίησαν τον Κινγκ Κένι, έναν από τους λίγους ανθρώπους που λατρεύονται σαν Θεοί στο “κόκκινο” λιμάνι του Λίβερπουλ. Ο Κένι Νταλγκλίς ανέλαβε ως caretaker πριν ένα χρόνο όταν απολύθηκε ο “αυτοκαταστροφικός” Ρόι Χότζσον.

 

Τον Ιούλιο ξεκίνησαν από το σημείο 0. Και οι δύο ομάδες. Οι διοικήσεις έδωσαν λευκή επιταγή στους προπονητές και χρήματα. Πολλά χρήματα για μεταγραφές. Φτάνοντας στο σήμερα, εφτά, μόλις, μήνες μετά την πρώτη προπόνηση για τη νέα σεζόν, βλέπεις τη χαοτική διαφορά (εγχώριας) δυναμικής που έχουν τα δύο αυτά κλαμπ. Η Γιουβέντους σε 20 αγώνες είναι αήττητη. Πρώτη στη βαθμολογία, έχοντας (σχεδόν) σιγουρέψει την έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ και παίζοντας καλό ποδόσφαιρο. Δώδεκα νίκες και οχτώ ισοπαλίες, άλλωστε, αυτό δείχνουν.

 

Στην άλλη μεριά, έχεις να κάνεις με μια (νέα όπως και η Γιουβέντους) ομάδα που προσπαθεί να δημιουργήσει έναν καλό κορμό για να πορευτεί στα χρόνια που έρχονται. Βλέψεις για πρωτάθλημα (για άλλη μια χρονιά), ούτε λόγος. Η Λίβερπουλ βρίσκεται στην 7η θέση της Αγγλικής Πρέμιερ, στα τελευταία έξι παιχνίδια του πρωταθλήματος έχει 1 νίκη, 3 ισοπαλίες, 2 ήττες. Ωστόσο έχει καταφέρει να χρυσώσει το χάπι αφού έχει καπαρώσει τη μία από τις δύο θέσεις του τελικού για το θεσμό του Λιγκ Καπ (όπερ σημαίνει πως απέχει μόλις μια νίκη για να οριστικοποιήσει την έξοδο της στο Γιουρόπα Λιγκ) και προχωρά στο θεσμό του Κυπέλλου Αγγλίας, αποκλείοντας σε σειρά τη Σίτι και τη Γιουνάητεν.

 

So far so good μπορεί να σκεφτείτε. Για τη Γιουβέντους σίγουρα, αφού δείχνει πως της πήρε μόλις 8-9 χρόνια για να μάθει από τα λάθη της, να βγει πιο δυνατή και να επιστρέψει στο δύσκολο δρόμο του πρωταθλητισμού. Στη Λίβερπουλ, από την άλλη πλευρά, είναι δύσκολο να πεις κάτι τέτοιο. Οι βλέψεις για τίτλο, εξανεμίστηκαν μόλις στις εφτά πρώτες αγωνιστικές όταν έδειχναν τα τρένα από το Μάντσεστερ, ανίκητα.

 

Η Λίβερπουλ όχι μόνο δεν κατάφερε να κοντράρει τις υπόλοιπες ομάδες που βρίσκονται, πάνω κάτω, στην ίδια δυναμική με αυτήν, αλλά έχασε και πολλούς βαθμούς μέσα στο σπίτι της. Και κάπως έτσι και το πρωτάθλημα. Οι εφτά ισόπαλοι αγώνες εντός έδρας, το αποδεικνύουν περίτρανα. Ναι μεν, παρουσιαζόταν σοβαρή και αποφασιστική στα ντέρμπι, παίζοντας ωραία μπάλα και παίρνοντας σπουδαία διπλά στο Λονδίνο απέναντι σε Άρσεναλ και Τσέλσι ωστόσο όταν επέστρεφε στο σπίτι της, έμενε στο χ απέναντι στους μικρούς. Σάντερλαντ, Νόριτς και Στόουκ Σίτι είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.

 

Η συγκυρία, που εκμεταλλεύτηκε το βαθύ και ετοιμοπόλεμο ρόστερ της Γιουβέντους (με 2-3 εντεκαδάτους παίχτες σε κάθε θέση) και δε μπόρεσε καν να διαχειριστεί το μικρό και τάχα μου ευέλικτο ρόστερ (αυτό με τον μισό επιθετικό περιοχής) της Λίβερπουλ, είναι η κούραση. Όχι η δική τους, αλλά αυτή των αντιπάλων. Αυτών που θα χτυπηθούν μαζί τους εννιά μήνες για την πρώτη θέση. Αυτών που τους πρώτες 4-5 μήνες, τότε δηλαδή που αρχίζει το ξεσκαρτάρισμα, τότε που διαχωρίζεται η ήρα από το στάρι, έχουν αγώνες Σάββατο και Τρίτη ή Τετάρτη ή Πέμπτη ενώ Γιούβε και Λίβερπουλ, έχουν απλές προπονήσεις τις ίδιες μέρες. Και μετά έρχεται ο Ιανουάριος και κάνεις τις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις, βάσει προγραμματισμού, για να πας ακόμα καλύτερα τότε που πρέπει να πατήσεις το γκάζι. Έχοντας, πρώτα, δημιουργήσει μια σωστή βάση για το καλό φινάλε. Στο Λίβερπουλ, έδιωξαν ότι παίχτη είχαν από τη μέση και μπροστά, έμειναν χωρίς επιθετικούς όταν ήρθε η (υπερβολική) τιμωρία του Σουάρες και αποδιοργανώθηκαν. Στη Γιουβέντους βγαίνει ο Βούτσινιτς, μπαίνει ο Μάτρι. Χτυπά ο Κουαλιαρέλα, έρχεται ο Ντελ Πιέρο. Είναι στον πάγκο ο Μποριέλο και στην εξέδρα ο Ιακουίντα. Ο Κόντε είχε πολλές περισσότερες και ποιοτικότερες επιλογές στη φαρέτρα του απ’ ότι ο Κινγκ Κένι. Από επιλογή του. Και ο Νταλγκλίς λιγότερες από τον Κόντε. Από επιλογή του.

 

Και τα δύο αυτά πρωταθλήματα είναι πολύ δύσκολα. Και πως να μην είναι όταν συγκαταλέγονται στα 4-5 καλύτερα του κόσμου; Ωστόσο οι μεν Ιταλοί στην παρούσα φάση έδειξαν την απαραίτητη ψυχραιμία, είχαν τον σωστό προγραμματισμό και την τύχη με το μέρος τους ενώ στην άλλη πλευρά, αν δεν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του, θα συμπληρωθούν 23 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα. Και είναι πολλά.

 

Αυτές είναι πάνω κάτω κάποιες από τις σκέψεις που μπήκαν στο κεφάλι μου το απόγευμα του Σαββάτου, βλέποντας τα αποτυχημένα crosses του Nτάουνινγκ για το κεφάλι του Κάρολ (ο λόγος άλλωστε που ήρθε ο πρώτος στο “Λιμάνι”, αυτός ήταν).

Πάντως, αυτό που μου έμεινε στο τέλος των δύο παιχνιδιών, ήταν το πάθος και η δίψα για τη νίκη που έδειξαν Γιουβεντίνοι και “Κόκκινοι” απέναντι σε Ουντινέζε και Γιουνάιτεντ αντίστοιχα. Και τα κατάφεραν. Φτάνουν, όμως, το πάθος και η δίψα για να δώσουν το πρωτάθλημα;

 

Το κατά πόσο μπορούν να φανούν επιτυχημένες οι φετινές χρονιές των δύο ομάδων, θα το δούμε σε βάθος πέντε μηνών. Στο χορτάρι.