Οταν ο ιδρώτας έσταζε μελάνι…

Όσο στο Καραϊσκάκη το ματς έτρεχε προς το τέλος του το twitter κατακλύζονταν από αναφορές στον Μπεν Λίπερ, τον τερματοφύλακα –γιατρό, παίκτη αρχικά και προπονητή αργότερα της Μάνκαστορ Σίτι, οι περιπέτειες της οποίας δημοσιεύονταν στο Μπλεκ για χρόνια. Ελάχιστες σύγκριναν την εμφάνιση του Ρόι Κάρολ με αυτή κάποιου άλλου τερματοφύλακα – όλοι σχεδόν ξεθάψαμε από τις ντουλάπες της συναισθηματικής μας μνήμης ένα παιδικό ήρωα κόμικ: μ’ αυτούς μεγαλώσαμε. Η φάτσα του Κάρολ παραπέμπει σε κόμικ, το όνομα επίσης: το Ρόι ξυπνάει πάντα μνήμες. Είναι ωστόσο εντυπωσιακό ότι στο φαντασιακό μας χρονοντούλαπο κρατάμε κυρίως τους ποδοσφαιρικούς χάρτινους ήρωες – αυτούς των οποίων ο ιδρώτας στάζει μελάνι, όπως εύστοχα παρατήρησε ένας φίλος. Στον Ρόι Ρέις, τον Ερικ Καστέλ, τον Μπεν Λίπερ, τον Κένι Κόξ, τον Μπίλι «Γάτο» Γκόρντον, χρωστάμε -είναι αλήθεια- την ποδοσφαιροφιλία μας και την ποδοσφαιρική μας αισθητική. Όμως το Μπλεκ και το Αγόρι, στις σελίδες των οποίων ανακαλύψαμε γκολ με ψαλιδάκια και επεμβάσεις τερματοφυλάκων πάντα με το ένα χέρι, φιλοξενήθηκαν ήρωες που σημάδεψαν το υποσυνείδητό μας και τους οποίους τους ξεχάσαμε – ίσως γιατί οι δικές τους ιστορίες δεν βασίζονταν σε κάτι τόσο ψυχορομαντικό όσο το ποδόσφαιρο. Χθες όταν στο twitter o φίλος Γιώργος Μαυρωτάς με ρώτησε πως λέγονταν ο κύριος ήρωας του Αγόρι και ποιος ήταν ο συνταγματάρχης Ηζι και δεν μπόρεσα να του απαντήσω ομολογώ ότι ένοιωσα μια ντροπή.

 

Πέρασα σχεδόν ολόκληρο το βράδυ άυπνος σκαλίζοντας παιδικές μνήμες. Που είναι το «παιδί πάνθηρας»; Είχα μείνει στο γεγονός πως αφού τον γρατσούνισε ραδιενεργός (;) πάνθηρας ο Μπίλι Φάρμερ, ένα ορφανό που ζει με τη θεία του κάπου στο Λονδίνο (ή με τη γιαγιά του;) αποκτά σούπερ δυνάμεις! Θυμάμαι ακόμα ότι ήμουν δεν ήμουν δεκατέσσερα χρονών όταν σακατεύτηκα προσπαθώντας ν ανεβώ ένα τοίχο κρεμασμένος από τη ζώνη μου όπως ο ήρωας μου: εμένα δε με είχε γρατσουνίσει πάνθηρας μόνο κάτι γάτες από τις οποίες ήλπιζα να αποκτήσω ευλυγισία – ευτυχώς μου δώσανε κάτι από τις εννιά ζωές τους. Δεν ξέρω που είναι ο συνταγματάρχης Ηζι που αντίθετα από το φίλο Μαυρωτά ξέχασα. Τον είχα αφήσει χειμώνα του 1944 να μάχεται τους Ναζί στην Ρουμανία(!) μόνο που οι εχθροί ήταν βρικόλακες και όχι απλοί στρατιώτες. Ο συνταγματάρχης Ηζι είχε ανακαλύψει το μυστικό τους άλλα οι επικεφαλείς του δεν τον άκουγαν και πολεμούσε σχεδόν μόνος – μάλλον τα κατάφερε, αν και ακούγοντας τον Σόιμπλε δεν παίρνω όρκο. Σήμερα θα μου ήταν πολύ βολικό το «Χέρι»: ήταν μια ιστορία όπου υπήρχε ένα «Χέρι» μηχανικό, κατασκευασμένο από ένα επιστήμονα, το οποίο το έκλεψαν οι κακοί και το χρησιμοποιούσαν για ληστείες, φόνους, ξύσιμο της μύτης κι άλλες τέτοιες βρωμιές: μετά ο καλός το πήρε πίσω κι έγινε καλό. Κακός παρέμεινε πάντα ο «καρχαρίας με το καμάκι» παραλλαγή του Μόμπι Ντικ με σαφείς επιρροές από τα «Σαγόνια του Καρχαρία». Δημοσιεύονταν στο Αγόρι, όπως και ο Δικαστής Ντρέντ βέβαια που έγιονε μεγάλη φίρμα και έκανε και σόλο καριέρα μέχρι που τον κατέστρεψε ο Σιλβέστερρ Σταλόνε. Φυσικά θα ήθελα να ξαναζήσω λεπτό προς λεπτό την «Επιχείρηση UFO», ιστορία με εξαιρετική επιτυχία που έφτασε να γίνει πολλές φορές εξώφυλλο στο Μπλέκ – πράγμα σπάνιο αφού αυτό ήταν ρεζερβέ μόνο για τον ομώνυμο ήρωα, τον Ρούντι και τον Καθηγητή Μυστήριο που σίγουρα ακόμα κάπου παλεύουν για την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών, ξεχασμένοι από μας και μακριά μας.

 

Στην Ιταλία κάποτε είχα σοκαριστεί όταν ανακάλυψα ότι τον Φαγάνα, τον θρυλικό φίλο του μεγάλου Ομπραξ που ήταν μάγος στις μεταμφιέσεις, τον λέγανε Polpeta, δηλαδή «Κεφτέ». Επίσης αποκαλούσαν τον μεγάλο Κάπτεν Μαρκ, Κάπτεν Μίκι. Στην τρίτη περίοδο της παιδικής μου ηλικίας, γύρω στα 20, είχα επιχειρήσει να μεταφράσω στα ιταλικά το τραγούδι του Κάπτεν Μαρκ («είμαστε του Μαρκ οι λύκοι, και δική μας είναι η νίκη, τρέμε τρέμε ω Αγγλία, ζήτω η ελευθερία!») που στην ιταλική έκδοση δεν υπήρχε – ο Κάπτεν Μίκι δεν τραγουδούσε και δεν ήταν ούτε καν συγκρότημα για να πάει στο Σαν Ρέμο. Παραιτήθηκα γιατί δεν είχε νόημα: τα δικά μας δικά μας και τα δικά του δικά τους. Κάπου τότε ανακάλυψα πως ο μεγάλος αυτός βιομήχανος της γλυκύτητας τον παιδικό μας χρόνων που λέγονταν Στέλιος Ανεμοδούρας έχτισε τους ήρωες μας με τον δικό του τρόπο: έβρισκε ιστορίες στα αγγλικά και τα ιταλικά περιοδικά της εποχής (Ιταλοί είναι ο Μπλεκ, ο Ομπραξ, ο σκληρός Ζαγκόρ που έσπαζε κεφάλια με το πέτρινο σφυρί του υπερασπιζόμενος τους Ινδιάνους) και τις προσάρμοζε στα ελληνικά για να είναι οικείες με τη δική μας ψυχοσύνθεση. Ο Ανεμοδούρας είναι ο εθνικός μας καλός θείος, αυτός που είχε να μας πει κάτι να μας παρηγορήσει, όταν μπαμπάδες και μαμάδες απαιτούσαν να μεγαλώσουμε και να σοβαρευτούμε.

 

Χθες βράδυ ξαφνικά για λίγο θυμήθηκα. Τον Μπλέκ και τον Ελ Ζαμπάτο, τον Ομπραξ, τη Λέσχη του γέλιου, τον Καπτεν Μόργαν, τον Ποδηλατάκια που έκανε τρομερά πράγματα με το δίκυκλο, τον Καταπληκτικό Μίνι, δηλαδή τις ιστορίες δυο αδερφών που κέρδιζαν τα πάντα χάρη σε ένα Μίνι Κούπερ που είχε συνείδηση, τον Σούπερ Μπόι, μια διασταύρωση Μπάτμαν και Σούπερμαν σε συσκευασία 17χρονου, την Μπέτι την αρραβωνιαστικιά του Καπτεν Μαρκ που τη γούσταρα τόσο πολύ ώστε είχα διαβάσει στα κλεφτά Πάτι, Μανίνα και Κατερίνα νομίζοντας ότι δημοσιεύονταν ιστορίες της εκεί – ακόμα δεν είχα καταλάβει πως το μόνο που ενδιαφέρει τις πιτσιρίκες είναι οι γκόμενοι των φιλενάδων τους, μόνιμο θέμα της Μανίνας και των φιλενάδων της.
Ακόμα δε θυμάμαι γιατί έκοψα το Μπλέκ, τι είχε συμβεί εκείνη την (αποφράδα) μέρα που είπα στον αγαπημένο συνεργάτη περιπτερά «Κυρ Κώστα μη μου το κρατάς θα πάρω τη Βαβέλ και το Φίλαθλο…». Κάτι είχα, κάποια ίωση μάλλον. Υπάρχει γιατρικό; Ξέρει κανείς;