Οι Κυριακές μου στο στούντιο με τον Περικλή

Για να είμαι ειλικρινής, προτού τον γνωρίσω από κοντά και συναναστραφώ μαζί του επαγγελματικά, δεν τον συμπαθούσα. Τον θεωρούσα έναν επιπλέον «ξερόλα» της διαιτησίας, ολίγον ψώνιο με την τηλεόραση και συνολικά με τα media, που μοναδικό στόχο έχει να «ξεπατώνει» κάθε Σαββατοκύριακο ή όποτε τού δινόταν η ευκαιρία τους (νέους) διαιτητές, κάνοντας ταυτόχρονα και το «κομμάτι» του με αφ’ υψηλού κριτική, χάρη στα «γαλόνια» του, την πείρα του και τις καλές σχέσεις του με τους δημοσιογράφους από τότε που κρέμασε τη σφυρίχτρα του. Ουδέποτε, άλλωστε, είχα θετική άποψη για τους «τηλε-κριτικούς» διαιτησίας, γνωρίζοντας διάφορα στο παρελθόν τα οποία δεν είναι δυνατόν να γραφτούν διότι επισείουν μηνύσεις και αγωγές.

 

Τον παρατηρούσα κάθε Κυριακή όταν πήγαινα κατά τις 19.30 στον Σκάι τον Περικλή Βασιλάκη. Και οφείλω να ομολογήσω ότι μετά από συνύπαρξη τριών μηνών (και) στο στούντιο μαζί του μετά από κάθε αγωνιστική για («καθαρός» ραδιοφωνικός χρόνος) περίπου 20 λεπτά, έχω αλλάξει γνώμη. Γιατί;

 

1. Διότι είναι πωρωμένος με το αντικείμενό του, παρότι έχει ένα… προβληματάκι με τα ονόματα ξένων παικτών (προσπαθεί να είναι προσεκτικός και… μαθαίνει σταδιακά), ενώ αντιθέτως μπορεί να σου πει και το έτος γέννησης του μπατζανάκη του Γεωργίου από τον ΠΑΣ Γιάννινα. Ανέκαθεν εκτιμούσα ότι όλοι είμαστε καλοί σ΄ αυτό που αγαπάμε περισσότερο και ότι δεν είμαστε όλοι ικανοί για όλα. Ο Περικλής είναι τρελαμένος με τη διαιτησία.

 

2. Δεν το παίζει «ξερόλας». Ακούει όλες τις απόψεις και τις εξετάζει, τις «δουλεύει» στο μυαλό του. Είναι ικανός να δει μια φάση 15 φορές για να βγάλει οριστικό πόρισμα. Αν κάποιος του πει «τι λες ρε Περικλή, δεν είναι πέναλτι!» (όπως τού είπα για τη φάση Σαλπιγγίδη – Μίσελ προχθές, ενώ εκείνος υποστήριζε ότι έπρεπε να καταλογιστεί η ποινή). Εκείνος ξέρει τους κανονισμούς, αλλά θα ακούσει και τον δημοσιογράφο, τον φίλαθλο, τον οπαδό που θα του πει την εξυπνάδα ή την γνώμη του.

 

3. Δεν παίρνει «γραμμή», ούτε παίζει τα παιχνίδια των «μεγάλων». Δεν έχω αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Λέει αυτό που πιστεύει χωρίς να σκέφτεται σε ποια ομάδα ή σε ποιον παίκτη αναφέρεται. Βλέπει μόνο τη φάση, όχι το χρώμα της φανέλας.

 

4. Δεν «στοχεύει» συγκεκριμένους διαιτητές, ούτε «γλείφει» άλλους. Εχει άποψη για όλους, αλλά σκοπός του όταν βγαίνει στο γυαλί ή στον ραδιοφωνικό αέρα δεν είναι να «μαυρίσει» ακόμη περισσότερο τους ήδη κατάμαυρους από όλους μας Ελληνες διαιτητές, αλλά να εστιάσει στη φάση και να μας δώσει να καταλάβουμε γιατί η απόφασή του είναι σωστή ή λανθασμένη. Αυτό το συνειδητοποίησα από το γεγονός ότι σπανίως αναφέρεται στα ονόματα των διαιτητών των αγώνων. Κυρίως αναφέρεται στις φάσεις, όχι στα πρόσωπα.

 

5. Τον ενδιαφέρει να μαθαίνει ο ακροατής, ο τηλεθεατής και ο δημοσιογράφος τα «πώς» και τα «γιατί» της διαιτησίας. Και τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά. Όχι μόνο αν «είναι πέναλτι». Να μιλήσει για τη θέση του διαιτητή στον αγωνιστικό χώρο. Τη συμπεριφορά στον παίκτη. Το τρέξιμο και την παρεμβατικότητα του βοηθού. Την πρόθεση στο «χέρι» (μ’ αυτό έχει εμμονή νομίζω, θα «ξεκολλήσει» αν αλλάξει ο κανονισμός στην 126η συνεδρίαση του Διεθνούς Συμβουλίου (IFAB) της FIFA, που θα διεξαχθεί στις 2 και 3 Μαρτίου στο Σάρεϊ του Λονδίνου). Προσπαθεί να αναλύσει το «πλεονέκτημα», να μιλήσει με επιχειρήματα για την απίθανη «θεωρία της σχετικότητας στις κάρτες» (δικό μου αυτό), να εξηγήσει ακόμη και γιατί «την κόκκινη την βάζουμε στην κωλότσεπη και την κίτρινη στο τσεπάκι της μπλούζας».

 

6. Εχει το χάρισμα να ξεχωρίζει τις φάσεις που είναι ξεκάθαρες βάσει κανονισμού από εκείνες στις οποίες παίζει κυρίαρχο ρόλο η υποκειμενικότητα του ρέφερι. Όταν συμβαίνει το δεύτερο, το επισημαίνει ότι δεν είναι όλα «by the book» και στην πραγματικότητα αυτό κάνει να ξεχωρίζει έναν απλά «καλό» από έναν «top class» διαιτητή: η ορθότητα της απόφασης που θα λάβει όταν η στιγμή και η φάση δεν είναι για επιλογή «by the book».

 

7. Δεν κατακεραυνώνει με υπερβολές όταν ο διαιτητής κάνει λάθος. Δεν «θάβει» τον ρέφερι. Λέει «λάθος απόφαση», όχι «κακός διαιτητής».

 

8. Μπορεί να μπαίνει στη θέση και του παίκτη και του ρέφερι όταν τού ζητηθεί κάτι τέτοιο από τον δημοσιογράφο. Και (έχει μάθει να) σέβεται και τους δύο.

 

9. Δεν ήταν ποτέ μέλος της ΚΕΔ, ούτε νομίζω ότι επιδίωξε ποτέ να γίνει, διότι ήξερε από φέρελπις διαιτητής πώς παίζεται εκεί το παιχνίδι και πόσες πιέσεις δέχονται ακόμη και οι πιο τίμιοι και καθαροί που έχουν περάσει από τα συγκεκριμένα πόστα.

 

10. Δεν… ζει για το «γυαλί» παρότι είναι στην τηλεόραση από το 1996, όταν ξεκίνησε από τη Nova δίπλα στον αείμνηστο Κώστα Τσόγκα, προτού συνεχίσει με τον Γιάννη Καραλή, τον κορυφαίο κατ εμέ «τηλεοπτικό» Ελληνα δημοσιογράφο σε τέτοιου είδους διαιτητικά ζητήματα, ο οποίος διακρίνεται όχι μόνο για την παροιμιώδη πολυλογία του, αλλά και για την κρυστάλλινη ακεραιότητά του, η οποία δυστυχώς στις ημέρες μας είναι πιο σπάνια από την πολυλογία στην ελληνική δημοσιογραφία. Στο ραδιόφωνο, επειδή έχει (λίγο) περισσότερο χρόνο ο Περικλής Βασιλάκης, είναι πιο ενθουσιώδης. Να δω πότε θα καταλάβει ότι ανάλυση φάσης χωρίς εικόνα είναι σαν ομορφιά δίχως χάρη στις γυναίκες.

 

11. Δεν ξέρω πώς στο διάολο θα το αξιοποιήσει, αλλά στα 56 του πήρε δεύτερο πτυχίο (το πρώτο Ηλεκτρονικού στα μικράτα του) από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (με έδρα την Σπάρτη) και τη σχολή Επιστημών Ανθρώπινης Κίνησης και Ποιότητας Ζωής. Σπουδάζοντας επί τέσσερα χρόνια (με μετακινήσεις Πρέβεζα – Αθήνα – Σπάρτη) και με πτυχιακή για τις αλλαγές στη διαιτησία από το 1848 που «γεννήθηκε» το ποδόσφαιρο στην… αρχαϊκή σημερινή μορφή του μέχρι και τις μέρες μας. Εγώ πάντως στα 56 μου δεν θα το έκανα αν ήμουν γενικώς… «βολεμένος», γνωστός, καταξιωμένος και ανέκαθεν γούσταρα όσους κάνουν πράξη τη «δια βίου μάθηση», πολύ περισσότερο όταν ο λόγος γίνεται για πανεπιστημιακό επίπεδο.

 

Όχι, δεν γουστάρω την ταμπέλα του «πολιτικάντη» και του δημοσιοσχετίστα που κουβαλά στην πιάτσα και νομίζω ότι είναι αφελές να πιστεύει κάποιος ότι δεν το γνωρίζει ο ίδιος. Την ταμπέλα του ΠΑΣΟΚτζή από τα 80’s που ήταν σε επιτροπές, υπο-επιτροπές, οργανωτικές επιτροπές σε διοργανώσεις στίβου, ποδοσφαίρου, πάλης και ΄γω δεν ξέρω τι άλλο. Ναι, θα πρέπει να περιορίσει την υπερ-έκθεσή του στα media. Θα τον προτιμούσα μόνο ως αναλυτή σε θέματα διαιτησίας και δάσκαλο των referees της νέας γενιάς. Οχι ως υποψήφιο βουλευτή Πρέβεζας πιθανότατα και στις προσεχείς εκλογές, εφόσον στις προηγούμενες ήταν πρώτος επιλαχών του ΠΑΣΟΚ στην Πρέβεζα (1-1 οι έδρες με τη Ν.Δ.) και ο εκλεγείς Βαγγέλης Παπαχρήστος έχει ανεξαρτητοποιηθεί. Μα όλα αυτά τα «πολιτικά», δεν με αφορούν για τον Βασιλάκη που γνωρίζω μόνο τρεις μήνες και όχι πολλά χρόνια όπως άλλοι. Με αφορά η αθλητική πλευρά του. Αυτή η πολυσχιδής, που τον έχει φέρει μέχρι και στο πλευρό του Υφυπουργού Νικητιάδη, με την ιδιότητα του αποσπασμένου από την ΓΓΑ αμισθί υπαλλήλου – συμβούλου. Ούτε αυτό το γουστάρω για να είμαι ειλικρινής αν και ανέκαθεν πίστευα ότι ειδικά σ΄ αυτόν τον χώρο οι Υπουργοί πρέπει να ακούν και σοβαρούς και όχι λαμόγια δημοσιογράφους, σοβαρούς και όχι λαμόγια ανθρώπους του αθλητισμού.

 

Υ.Γ. Πιστέψτε με στις «διαιτητικές» εκτιμήσεις. Εχω μπάρμπα πρώην «κοράκι» (που το’ κοψε αηδιασμένος γρήγορα όταν διορίστηκε σε δημόσια υπηρεσία, αν και ήταν πολύ ταλαντούχος) και κάτι ξέρω περισσότερο από το… άθλημα.

 

Υ.Γ.1 Ημουν υπέρ της απόφασης της Nova και της ΕΡΤ να… καταργήσει τους τηλεκριτικούς διαιτησίας, διότι τα πάντα είχαν πια διαστρεβλωθεί, οι παρεμβάσεις και οι πιέσεις ήταν απίστευτες, οι «μεγάλοι» προσπαθούσαν παντοιοτρόπως να κάνουν το παιχνίδι τους, είχαμε φτάσει στο σημείο να αυτοεξευτελίζονται και να ξεκατινιάζονται άνθρωποι on air σχεδόν κάθε εβδομάδα. Δεν είμαι, όμως, κατά της τηλεκριτικής που γίνεται έτσι όπως γίνεται στον Σκάι. Χωρίς «πολιτική», χωρίς κουβέντα μιας ώρας πάνω σε κάθε φάση. Ισως είναι χρήσιμη για ορισμένους, πιθανότατα είναι αδιάφορη για άλλους, μα σίγουρα δεν διαχέει δηλητήριο σε ένα ήδη σπιλωμένο από προηγούμενα… επεισόδια πρωτάθλημα.