Ένα «αντίο» που ποτέ δεν είπα

Μπορεί να είσαι για χρόνια απορροφημένος από την τροπή που έχει πάρει η ζωή σου και ξαφνικά να βουτήξεις πίσω στο παρελθόν σε μία μόνο στιγμή. Και με έναν τρόπο τόσο πεζό όσο ο ήχος ενός SMS στο κινητό…

 

Γνώρισα τον κυρ-Μιχάλη ως ο βενιαμίν μιας μεγάλης παρέας μεγάλων ανθρώπων. Ο αταίριαστος, αυτός ήμουν. Ένα παιδί κοντά στα 25 σε μία ομήγυρη όπου ο μικρότερος είχε τα διπλάσια χρόνια μου, πενηντάρηδες και βάλε. Αλλά βάλε αρκετά· οι μεγαλύτεροι ήταν από καιρό συνταξιούχοι κι εκείνα τα Σαββατοκύριακα που βρισκόμασταν αντάμα ήταν γι αυτούς άλλη μία μέρα, όχι -όπως στην περίπτωσή μου- μία ανάσα από τη δουλειά, ένα καταφύγιο να πεις δυό λόγια, να κουβεντιάσεις το χόμπι σου χωρίς να σε τρώει η καθημερινότητα.

Το καταφύγιο είχε όνομα και ήταν «Σόνια». Το χόμπι είχε ταυτότητα και ήταν Παναθηναϊκός.

 

Δεν ήξερα πως ήταν ήδη γνωστό στους μεγαλύτερους, μα το μαθα γρήγορα από τις διηγήσεις, πως η «Σόνια» (χαμηλά στην Αλεξάνδρας, ένα φανάρι και κάτι από το Πεδίο του Άρεως) ήταν επιφανές «πράσινο» στέκι. Από χρόνια πριν (απ όταν το γήπεδο της Αλεξάνδρας ήταν το σπίτι του Παναθηναϊκού, δύο τσιγάρα δρόμος ως εκεί τις Κυριακές) κι όχι φυσικά από τα μέσα των nineties, όταν με κάθησαν σε μία καρέκλα και με κέρασαν έναν εσπρέσο. Ανάθεμα κι αν με άφησαν ποτέ να πληρώσω! Μάχη έδινα για να γλιστρίσω ένα χαρτονόμισμα στον (μιλημένο, να μην μου πάρει λεφτά) σερβιτόρο…

 

Κατόπιν, με σύστησαν στην ομήγυρη. Με έναν τυπικό τρόπο: όνομα, ιδιότητα, ομάδα που υποστηρίζει, παρελθόν ως φίλαθλος της ομάδας. Το τρίτο πιό σημαντικό απ τα πρώτα δύο και το τέταρτο σημαντικότερο όλων, αληθινό «παράσημο», κερδισμένο με χρόνια αφοσίωσης στα «πράσινα» ή στα «κόκκινα» ή στα «κίτρινα» (γιατί, ναι, είχαμε κι από εκείνους, δεν παίζαμε μόνοι μας οι Παναθηναϊκοί…) Στις συστάσεις γινόταν ριπλέι κάθε Σαββατοκύριακο, ώσπου τους γνώριζα όλους και με γνώριζαν όλοι, μια φασαριόζικη παρέα σχεδόν είκοσι ψυχών αυτοί, οι μεγάλοι, κι εγώ, ο μικρός…

 

Με τον ίδιο τυπικό τρόπο μού σύστησαν ένα πρωί τον Μιχάλη Πολέμη. «Πράσινος» χωρίς συζήτηση, στρατηγός εν αποστρατεία στην «αληθινή ζωή» και με εξίσου σημαντικά γαλόνια στην υπηρεσία της ομάδας: παράγοντας στα χρόνια του Γουέμπλεϊ, μέλος της διοίκησης, κι αργότερα πάντα κοντά στον σύλλογο ανεπίσημα, αλλά πάντα εκεί. Ασπρομάλλης από τότε, μα καθόλου «γέρος»: περπατούσε με τον τρόπο που το κάνει ένας στρατιωτικός, ευθυτενής, και το βλέμμα του (ακόμη κι όταν αστειευόταν και ξεκαρδιζόταν) ελάχιστα άλλαζε, ήταν πάντοτε αυστηρό, σοβαρό.

 

Η φιγούρα του έμοιαζε πολύ με τον τρόπο που μιλούσε για τον Παναθηναϊκό, με ένα ύφος που δεν σήκωνε κουβέντα. Ήξερε καλά τι έλεγε, στις συχνές φορές που ήθελε να επαινέσει κάτι που του άρεσε (κυρίως, απέναντι στους… απέναντι!) όσο και στις ακόμη συχνότερες φορές που ήταν κριτικός στην ομάδα. Τον διέκρινες να σκέφτεται, να «βράζει», μα ποτέ δεν διέκοπτε, περίμενε τις παύσεις για να αρχίσει να μιλά. Και τότε, από τον τόνο της φωνής και μόνο δεν τον σταματούσε κανείς, τον άκουγαν όλοι ώσπου να κλείσει τη σκέψη του. Ο λόγος του είχε ροή κι επιχειρήματα και τα έκανε πιό ξεκάθαρα με κοφτές χειρονομίες. Μιά-δυό φορές κάποιοι θα πετάγονταν με μία παρατήρηση ή μία αντίρρηση και τότε ερχόταν η έκρηξη!

 

Γι αυτό, όπως κι όλοι, ήμουν πάντα προσεκτικός όταν συζητούσαμε. Η ιδιότητά μου, του δημοσιογράφου, με έκανε κάτι σαν τον insider της παρέας, που έφερνε φρέσκες ειδήσεις και παρασκήνια για να βάλουμε στο τραπέζι. Ο κυρ-Μιχάλης τα έψαχνε πάντα, τα αποζητούσε και -σαν την υπόλοιπη παρέα- με άκουγε προσεκτικά κι έπειτα ανοίγαμε κουβέντες μεγάλες. Για να επιβεβαιωθεί το αισθητήριό του, περισσότερο, όχι να διαφωνήσει.

 

Για τα αγωνιστικά, είχε άποψη ξεκάθαρη όταν έβλεπε το ματς αν δεν το έβλεπε, «πυροβολούσε» δεκάδες ερωτήσεις για να μάθει, να διαμορφώσει γνώμη. Για τα διοικητικά είχε πάντα κρυστάλλινη εικόνα και βαθιά μνήμη κι εμπειρία. Με πείραζε πάντα, πως εγώ είμαι «με τον Καπετάνιο, σαν τον Μανώλη» (τον αείμνηστο Μανώλη Γαρυφαλλάκη, αδερφικό του φίλο, εξέχον μέλος της παρέας και -με τιμά να το πω- μέντορά μου). Κι έπειτα ξεκινούσε διηγήσεις για τον Ματζαβελάκη, για τον Δομάζο, για πρόσωπα πασίγνωστα και για άλλα που δεν ήξερα και δεν ξανάκουσα ποτέ έξω από εκεί, μα που διαβάζει κανείς στα βιβλία με την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου ως σκαπανείς του ποδοσφαίρου, ως υπηρέτες του Παναθηναϊκού.

 

Τις άκουσα όλες αυτές τις ιστορίες, δύο και τρεις φορές, και καμμία φορά δεν δυσανασχέτησα, δεν τους διέκοψα, γιατί είχαν μιά μαγεία κι έναν ρομαντισμό άλλων καιρών. Σαν να μαθαίνεις το ποδόσφαιρο από ένα κιτρινισμένο βιβλίο που ανακαλύπτεις στη σοφίτα, με το χρονικό μιας εποχής που είχε ήθος, πρώτα απ όλα.

 

Έτσι κυλούσαν χειμώνες και καλοκαίρια. Ευτυχώς, ο Παναθηναϊκός και «οι άλλοι» είχαν πάντα ψωμί να ασχοληθεί κανείς και οι κουβέντες στη «Σόνια» άναβαν, με τον κυρ-Μιχάλη να είναι ο πρώτος που «πίκαρε» τους απέναντι κι ο πρώτος στόχος των άλλων όταν ήθελαν να τον… κουρδίσουν. Η ψυχή της παρέας, ακόμη και όταν έγινε ο… ξεριζωμός: η μετακόμιση από τη «Σόνια» σε ένα καφέ δυό βήματα πιό πάνω, δεν θυμάμαι για ποιό λόγο, ούτε καν το όνομα δεν μού ρχεται τώρα… Μόνο το σκηνικό άλλαξε, όμως, τίποτε άλλο· πάντα οι ίδιες ζωντανές συζητήσεις, τα άκακα πειράγματα , οι φωνές που σηκώνονταν στο Θεό και τάραζαν την ήσυχη Αλεξάνδρας, Σάββατο πρωί ή Κυριακή μεσημεράκι.

 

Περνώντας τα χρόνια, αποτραβήχτηκα. Πρώτα ήταν η δουλειά που άρχισε να γίνεται αφόρητη και να εισβάλλει και στα Σαββατοκύριακά μου, έπειτα η απώλεια του Μανώλη, έπειτα η διάσπαση της παρέας (κυριολεκτικά) σε βορρά και νότο, σε άλλα στέκια. Με τον κυρ-Μιχάλη Πολέμη δεν βρεθήκαμε ξανά από τότε και η είδηση, με ένα μήνυμα, στα ξαφνικά, πως «έφυγε» κι αυτός, με βρήκε απροετοίμαστο εντελώς: μεσημέρι Παρασκευής, να σπρώχνω το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ και να κοιτώ την οθόνη του τηλεφώνου με το μαντάτο…

 

Και είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι αυτή τη φριχτή κοινοτοπία, με την «παρέα να ξανασμίγει στη γειτονιά των αγγέλων», αλλά τώρα ελπίζω στ αλήθεια να είναι έτσι. Και οι δυό τους, ο κυρ-Μιχάλης Πολέμης και ο κυρ-Μανώλης Γαρυφαλλάκης, να ξεσηκώνουν τον Παράδεισο καυγαδίζοντας για το αριστερό πόδι του Λυμπερόπουλου…