Το ψυχολογικό κόστος της κρίσης

Αποχαυνωμένος μπροστά από μία οθόνη. Παρέα με καφέ και την μοναξιά μου. Παράθυρο ανοίγει, παράθυρο κλείνει δίχως στην ουσία να δίνω καμία σημασία. Απλώς κοιτάζω, δίχως να βλέπω. Εγκλωβισμένος σε μια άνευ ουσίας καθημερινότητα να ψάχνω στοιχεία για κάτι που δεν με ενδιαφέρει. Να ασχολούμαι με ό,τι δεν έχει σημασία. Με τίποτα από αυτά που θα ήθελα.

 

Σιωπηλός σαν ζόμπι και απόμακρος, όσο μπορώ για να μην γίνομαι ενοχλητικός για τους γύρω μου. Δεν ξέρω αν τα καταφέρνω. Ισως και να μην με ενδιαφέρει παρά μόνο για δύο συγκεκριμένα άτομα. Οι συζητήσεις περιορίζονται στα απολύτως επιδερμικά θέματα. Δεν διαρκούν πάνω από πεντάλεπτο και επιμελώς δεν περιέχουν κανένα σημαντικό θέμα. Ποιος, άλλωστε, θέλει να τα αναφέρει;

 

Εγώ όχι διότι τότε η σιωπηλή άρνηση την οποία βιώνω αρχίζει να μετουσιώνεται σε ένα πολύ βαρύ αίσθημα ματαιότητας. Απόρροια του της γνώσης πως δεν αποφασίζεις εσύ για τον εαυτό σου και της συνειδητοποίησης πως πλέον δεν μπορείς να προσφέρεις (σχεδόν) τίποτα σε κάποιον που είναι απόλυτα εξαρτημένος από εσένα.

 

Το ψυχολογικό κόστος είναι ίσως μεγαλύτερο από το οικονομικό σε αυτή την κρίση. Πριν φτάσει η στιγμή να κοιτάξεις το πορτοφόλι και να δεις ότι όντως δεν έχει τίποτα μέσα πέρα από την ταυτότητά σου, ο φόβος αυτού ακριβώς του θεάματος σε καταβάλλει Πρώτα κάνει επίθεση η απογοήτευση, η μιζέρια να βλέπεις παντού σκυθρωπά πρόσωπα να χαμογελούν ψυχαναγκαστικά όπου (νομίζουν ότι) πρέπει και έπειτα αδειάζει το πορτοφόλι.

 

Δεν είμαι από εκείνους που συνδέουν την χαρά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε με τους προκλητικά παχυλούς μισθούς. Η γενιά μου άλλωστε δεν πρόλαβε ούτε καβάτζες να κάνει, ούτε να λάβει μέρος στο φαγοπότι. Η χαρά έχει να κάνει με το να μπορείς να απολαμβάνεις τις στιγμές απαλλαγμένος από άγχη, στενάχωρες σκέψεις και βραδινούς εφιάλτες. Εχετε δει πολλούς γύρω σας τελευταία να ζουν χαρούμενα; Εστω και αν έχουν ακόμα τη δουλειά τους ή δεν χρωστούν πουθενά; Πραγματικά χαρούμενα, όμως. Οχι να κάνουν χαβαλέ στο γραφείο ή την καφετέρια για να καλύψουν το βάρος που κουβαλάνε μέσα τους και που τους πλακώνει μόλις κλείσουν πίσω τους την πόρτα του σπιτιού.

 

Προσωπικά έχω καιρό να δω κάποιον που το καρφί του να μην τον πονάει περισσότερο απ ότι τον ανακουφίζουν ορισμένες στιγμές εφήμερης χαράς, βασισμένες κυρίως σε ψευδαισθήσεις. Πριν λίγες μέρες άνοιξα μια συζήτηση με έναν φίλο. Και μου έλεγε γιατί δεν γράφεις κάτι να ξεφύγεις. Η απάντηση είναι απλή. Δεν έχω όρεξη. Δεν μου κάνει κέφι τίποτα. Η δημιουργικότητα δεν με κάνει παρέα. Γι αυτό κι εγώ επιλέγω να το περνάω μόνος, δίχως να σκοτίζω τον οποιονδήποτε μπει στον κόπο να με διαβάσει, γιατί θα είμαι μαύρος, πικρόχολος και απαισιόδοξος.

 

Απαισιόδοξος ήμουν μια ζωή. Εσχάτως και εδώ είναι το παράδοξο προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου να αλλάξει σκεπτικό. Για έναν και βασικό λόγο. Απεχθάνομαι τη μιζέρια. Με τρελαίνει. Ειδικά από εκείνους που δεν έχουν κανένα λόγο να γκρινιάζουν. Οπως ο σπιτονοικοκύρης μου με τα επτά διαμερίσματα που νοικιάζει (δίχως να έχει δεχτεί να κάνει μειώσεις εννοείται) και γκρινιάζει για το χαράτσι της ΔΕΗ.

 

Επιλέγω, λοιπόν, να μην μιλάω, να μην γράφω, να μην ακούω και να μην μαθαίνω για να μην μπω σε συζητήσεις που θα φέρουν στην επιφάνεια μιζέρια. Επιλέγω στο γραφείο να είμαι κυρίως με ακουστικά, μολονότι κάνουν κακό στην έτσι κι αλλιώς πειραγμένη ακοή μου. Επιλέγω να κάνω ό,τι μπορώ για να μην περάσει αυτή η μαυρίλα στη Λένια μου.
Επιλέγω να συναντώ ανθρώπους που όταν τους ρωτάς «τι κάνεις;» απαντούν «καλά» και όχι «υπομονή». Ανθρώπους με τους οποίους ξέρω πως θα περάσω ευχάριστα 2-3 ώρες δίχως να χρειαστεί να μιλήσω για περικοπές, κοινόχρηστα, ανεργία, χρεοκοπία και όλες τις υπόλοιπες απαγορευμένες λέξεις.

 

Το θετικό είναι πως υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι. Ατομα με τα οποία έχω έρθει πιο κοντά το τελευταίο διάστημα, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα. Αυτό που δεν με ικανοποιεί είναι η κουβέντα για ποδόσφαιρο. Για το ελληνικό ποδόσφαιρο, την καρικατούρα του αθλήματος που μάθαμε να αγαπάμε ως πιτσιρικάδες. Μόνο η Μπάρτσα είναι ένα θέμα που είμαι πρόθυμος να κουβεντιάσω. Για να πικάρω και να με πικάρουν που χάνουμε το πρωτάθλημα. Ε, και;

 

Υ.Γ. Ειλικρινά τώρα απορείτε που η Ντόρα έβγαλε έξω ένα εκατ. ευρώ;

 

Υ.Γ.1: Τέρμα η ψυχανάλυση. Επιστροφή στον ανέξοδο χαβαλέ