Εσείς εκεί πάνω, έχετε εκπληκτικό γούστο.

Για τη φωνή του, δε νομιμοποιούμαι να μιλήσω εγώ. Δεν είμαι ειδικός. Αν και μπορώ να κάνω μια προσπάθεια, να μετρήσω αν μου φτάνουν οι λέξεις μου, να περιγράψω όσα με έκανε η φωνή του να νιώθω. Ξέρω, καταλαβαίνω, πως δεν ήταν δική του. Όπως δεν είναι κανενός, ιδιωτική περιουσία, κανένα τόσο σπουδαίο και καθολικά αναγνωρισμένο χάρισμα. Αισθάνομαι πως η φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου, ήταν ο πιο αντρίκειος τρόπος να κλάψει κανείς, με αξιοπρέπεια. Νιώθω πως έφυγε ένας ακόμη, εντελώς μοναδικός κώδικας συνεννόησης των Ελλήνων. Από χτες, βάζω τα χέρια μου, αναίτια, στις τσέπες. Σα να ελπίζω ματαίως, πως θα βρω κάτι, που έχασα. Γιατί ξέρω πως φτώχυνα.

 

Τον είχα δει δυο φορές να τραγουδά ζωντανά. Τη μία, σε ένα πρόγραμμα ιστορικό, με το ζεϊμπέκικο στο επίκεντρο, με Μπάση και Αδαμαντίδη. Την άλλη, με τη Γλυκερία. Η κορμοστασιά του στη σκηνή, ήταν δηλωτική της φωνής που επρόκειτο να βγει, πριν καν ανοίξει το στόμα του. Παρακολουθούσα τις δημόσιες τοποθετήσεις του. Ήταν πάντα κρυστάλλινες και μετρημένες. Δεν έγινε ποτέ μαϊντανός, αλλά και δεν φοβήθηκε να πάρει θέση οποτεδήποτε ήταν αναγκαίο. Δεν κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό του. Δε στόλιζε με περιττές φιοριτούρες τις κουβέντες του. Μιλούσε όπως τραγουδούσε: Καθαρά, δυνατά, γοητευτικά, λεβέντικα.

 

Η δισκογραφία που αφήνει, μνημειώδης. Οι συνεργασίες του με τους περισσότερους από τους κορυφαίους συνθέτες, πλούτισαν την Ελληνική λαϊκή μουσική. Εκείνο όμως που είναι στ αλήθεια αδύνατο να μετρηθεί, είναι η κάθετη διεισδυτικότητά του στον κόσμο. Ασχέτως οικονομικής, κοινωνικής, μορφωτικής ή άλλης διαχωριστικής γραμμής, ο Μητροπάνος εισχωρούσε σε ψυχές και κατακτούσε ανθρώπους: Άντρες και γυναίκες. Έχαιρε αγάπης και εκτίμησης και αυτό δε σταματά με το φευγιό του. Απλώς θα μεγαλώσει και θα αγγίξει τα όρια του μύθου.

 

Δεν ήταν τόσο δωρικός όσο ο Μπιθικώτσης. Ούτε τόσο στιβαρός, όσο ο Στράτος. Ούτε ο λυγμός του πλησίαζε αυτόν του Στέλιου. Ξέρω όμως πως μπορούσε να κλάψει όρθιος, αξιοπρεπής κι αρσενικός, καλύτερα απ τον καθένα τους. Και να γονατίσει, νοερά, να μου χτυπήσει παλαμάκια, αν ήθελα να φέρω δυο στροφές και να στροβιλιστεί με τη σειρά του, μόλις γονάτιζα εγώ. Η ζεστή, υπόστεγνη βραχνάδα του, ήταν ένα άγγιγμα οικειότητας στον ώμο. Ο Δημήτρης Μητροπάνος, ήταν η φωνή που ήθελε κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του, να ακούγεται όταν περπατά σκοτεινός και μόνος, καπνίζοντας ένα τσιγάρο στο φεγγαρόφως, δακρύζοντας κρυφά. Ο Μητροπάνος ήταν αυτός που μπορούσε να τραγουδήσει, ό,τι δείχνει ένα πονεμένο, αρσενικό βλέμμα.

 

Αυτός που διαλέγει ποιους παίρνει εκεί πάνω, αν μη τι άλλο, έχει εκπληκτικό γούστο