Εχω μια ίωση κι ένα ντελίριο

Έχω μια ίωση – αν μέχρι τη Δευτέρα εξελιχτεί σε τίποτα χειρότερο μπορεί αυτό το κείμενο μου που διαβάζετε να είναι το τελευταίο. Αν σαλπάρω γρήγορα για τον άλλο κόσμο, δεν θα προλάβω να γράψω τίποτα άλλο. Αν μου πουν ότι έχω κάποιους μήνες μπροστά μου θα αρχίσω τα ταξίδια. Θέλω πριν κλείσω τα μάτια να δω τη Λατινική Αμερική, να πάω στην Κίνα, αν προλάβω ίσως δω και λίγο τη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία. Τον τελευταίο μήνα θα κλειστώ σε ένα σπίτι που κανείς δε θα ξέρει και θα περιμένω το τέλος βλέποντας ξανά τις ταινίες που μου άρεσαν. Δε θέλω να με κλάψει κανείς – προτιμώ να λένε «έπαθε μια ίωση ο μαλάκας και πέθανε». Έτσι απλά.

 

Μια φίλη μου ψυχολόγος λέει ότι τα τελευταία χρόνια έχει γεννηθεί μια ίωση ψυχολογική – η ίωση του Σαββατοκύριακου. Δε βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα αλλά σε εμπειρικές παρατηρήσεις. Λέει ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στρεσαρισμένοι από την πίεση της εβδομάδας ή απλά πιεσμένοι από αφεντικά, σχέσεις και οικονομικά προβλήματα, από την Παρασκευή το βράδυ αρρωσταίνουν. Αρχικά δεν θέλουν να βγουν. Στη συνέχεια εμφανίζουν κάτι περίεργα δέκατα.

 

Μετά έχουν μονίμως πονοκέφαλο και κιτρινίζουν. Μετά τους φταίνε οι άλλοι – συχνά δακρύζουν τα μάτια τους για λόγους ακατανόητους. Μετά κουκουλώνονται με τις κουβέρτες κλείνουν τις κουρτίνες και δεν ξέρουν αν είναι νύχτα ή μέρα. Συνέρχονται τη Δευτέρα για να πάνε για δουλειά, ή για να βρουν δουλειά αν δεν έχουν. Και την Παρασκευή ξαναρρωσταίνουν. Η φίλη μου λέει ότι αυτό γίνεται για δυο λόγους: είτε γιατί έχουν τελείως αδειάσει από ενέργεια και νομίζουν πως αν σταματήσουν να ζουν για δυο μέρες θα ξαναφορτίσουν – σαν τα κινητά ένα πράγμα, είτε γιατί έχουν ανάγκη από την προσοχή των άλλων κι αυτός είναι ένας τρόπος για να την κερδίσουν. Ανάγκη από προσοχή δεν έχω, αλλά ομολογώ ότι η επισήμανση της επαναφόρτισης με βρίσκει σύμφωνο. Οσο κι αν τα σκεπάσματα δεν είναι ακριβώς φορτιστής.

 

Ο άνθρωπος είναι άτυχος: γεννιέται μια φορά και πεθαίνει μια φορά. Για να μείνει ζωντανός μάχεται με ασθένειες ύπουλες, όπως ο καρκίνος και το κακό μάτι, ή που είναι αδύνατο να τις προβλέψεις όπως το έμφραγμα και οι φίλες της. Θα ήταν όλα πιο ωραία αν μπορούσαμε να πεθαίναμε για ένα διάστημα και να ανασταινόμασταν μετά από λίγο ή πολύ καιρό. Τότε θα είχε ενδιαφέρον, όχι μόνο πόσο θα ζήσεις, αλλά και πότε θα ζήσεις και πως θα ζήσεις. Θα ήταν ωραίο γιατί θα μπορούσαμε να μοιραστούμε τις νοσταλγίες μας, αλλά όχι τις κοινές νοσταλγίες μας. Κάποιος θα σου έλεγε πως ήταν ο κόσμος το ΄30 και εσύ θα του απαντούσες πως ήταν το ‘ 50, όταν αυτός στο μεταξύ για καμιά δεκαριά χρόνια θα είχε πεθάνει. Οι ασθένειες δεν θα είχαν κανένα νόημα, δεν θα υπήρχαν ασφάλειες ζωής και το να πάρεις μικρή ή μεγάλη σύνταξη δεν θα σε απασχολούσε γιατί δεν θα ήξερες ακριβώς πότε θα συμπλήρωνες τα 65. Η όλη ιστορία θα οδηγούσε σε ένα κόσμο με περισσότερη δικαιοσύνη: θα πέθαινες π.χ πλούσιος και θα ξυπνούσες φτωχός, αλλά όσοι έμεναν πίσω θα σου είχαν φάει τα λεφτά και θα σ αγαπούσαν. Επίσης μπορεί να γυρνούσες σαν τον Κόμη Μοντεχρήστο, έτοιμος να εκδικηθείς όσους σε είχαν ξεχάσει: καμιά κουφάλα δεν θα γλύτωνε ποτέ. Επίσης δε θα σε απασχολούσε κανένας Καραμανλής, κανένας Παπανδρέου, κανένας Βενιζέλος: η ελληνική πολιτική θα ήταν ένα μεγάλο ντεζαβού.

 

Θα ήταν ωραία να πεθαίναμε και να γυρνούσαμε – θα είχαμε τρία, τέσσερα, πέντε γενέθλια ο ένας. Το πόσες φορές θα μπορούσες να πεθάνεις και να αναστηθείς δεν θα ήταν φιξαρισμένο: η έννοια της μοίρας θα ήταν λιγότερο καταπιεστική. Θα πέθαινες οριστικά πάλι πάντα μια φορά, αλλά κανείς δεν θα ήξερε ποια είναι αυτή η φορά. Επίσης κανείς δεν θα ήξερε ποιος θα ήταν ο οριστικός, ο τελευταίος θάνατος σου και όλοι θα αναρωτιόντουσαν αν αυτός που σε βρήκε είναι ένας ακόμα προσωρινός. Κανένας δεν θα τολμούσε να λέει ιστορίες σου από τα παλιά από το φόβο ότι μπορεί να γυρίσεις και να του ζητήσεις εξηγήσεις, κανένας δεν θα κηδεύονταν δημοσία δαπάνη. Δεν θα υπήρχαν νεκροταφεία ή νεκροστέφανα, δεν θα υπήρχαν μνημόσυνα, δεν θα φοβόμασταν τις καταραμένες ιώσεις. Αν, όπως λένε, μας έφτιαξε ο Θεός, το ξεκίνησε καλά το πράγμα, αλλά το μπέρδεψε στην πορεία στερώντας μας την τύχη του γιού του.

 

Αν υπάρχει Θεός είναι σαν το Βαλβέρδε: όσο καλό κι αν σε κάνει αν δεν προσέχεις την έβαψες….